0.4 Μηχανές

Το ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον του Abelson για την πολιτική ψυχολογία, τον οδήγησε σε μια προσπάθεια προσομοίωσης ενός Καλού Πιστού με την Ιδεολογική Μηχανή (ή Μηχανή Goldwater) (Abelson et.al, 1965-1973) για την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου της ιδεολογικής απλούστευσης. Αυτή η τάση καρικατούρας και ευτελισμού των κινήτρων και του χαρακτήρα του εχθρού, με την ταυτόχρονη δοξασία - αλλά και ευτελισμού, παρά τη θέλησή μας - των κινήτρων και του χαρακτήρα της δικής μας παράταξης, συνίσταται στην αντιπαραβολή συμβολικών συστημάτων κατά πολύ γενικό και απλουστευτικό τρόπο.

Η Ιδεολογική Μηχανή ήταν σχεδιασμένη για την προσομοίωση των απαντήσεων ενός ιδεολόγου της δεξιάς σε ερωτήσεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική, κατά το πρότυπο του Barry Goldwater και τη θεματολογία της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η επιλογή του Goldwater υποκινήθηκε από το ιδιαίτερα κλειστό και αυστηρά καθορισμένο σύστημα πεποιθήσεών του, που επέτρεπε έτσι την κωδικοποίησή του στη μνήμη του συστήματος και τη διεξοδική ανάλυση των απαντήσεών του. Η ιδεολογική φόρτιση του λόγου του Goldwater κωδικοποιήθηκε στο σύστημα ως μήτρα-οδηγός για την επεξεργασία των πολιτικών πληροφοριών.

Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, η ερευνητική μεθοδολογία της Ιδεολογικής Μηχανής θα μπορούσε να θεωρηθεί αναποτελεσματική, το πεδίο εφαρμογής της πολύ περιορισμένο, ο μηχανισμός παραγωγής απαντήσεων πρωτόγονος, ο ορισμός της ιδεολογίας πολύ ασαφής και απλοϊκός, ενώ η θεωρία της εννοιακής εξάρτησης (CDT) έχει αμφισβητηθεί ανοικτά ως γνωσιακό μοντέλο. Ωστόσο, η Ιδεολογική Μηχανή υπήρξε ένα σημαντικό πρώτο βήμα, το οποίο απέδειξε ότι ορισμένες μορφές ιδεολογικών συμπεριφορών μπορούν να προσομοιώνονται σε υπολογιστή.

Η Ιδεολογική Μηχανή, καθώς και άλλα συστήματα όπως το Tale Spin (Meehan, 1976), η Πολιτική (Carbonell, 1979) και η Pauline (Hovy, 1987) παράχθηκαν στο Πανεπιστήμιο Yale, υπό την εποπτεία του Roger Schank, συναδέλφου του Abelson και καθηγητή των Meehan, Carbonell και Hovy. Με τα σηµασιολογικά δίκτυα (semantic networks) ο Schank είχε βασιστεί στη θεωρία των Katz και Fodor (1963) για να εισηγηθεί πρωταρχικά στοιχεία ή αρχέτυπα (primitives) τα οποία µπορούν να συνδυαστούν ως στοιχεία μίας καθολικής γνωσιακής αναπαράστασης. Η άποψή του για τις εννοιακές εξαρτήσεις (conceptual dependencies) διατυπώνεται µε γραφήµατα (graphs), όπου κόµβοι (nodes) είναι οι έννοιες και οι µεταξύ τους σύνδεσµοι (links), οι σχέσεις εξάρτησης (dependencies).

Στο βιβλίο τους Scripts Plans Goals and Understanding (1977), οι Schank και Abelson επαναπροσδιορίζουν τα στοιχεία μίας καθολικής γνωσιακής αναπαράστασης σε ένα συγκεκριμένο σύνολο σημασιολογικών αρχετύπων, τα σενάρια (scripts). Τα σενάρια εξετάζουν την αιτιότητα και τη διαδοχή των γεγονότων. Έτσι, µπορούµε να παραστήσουµε τη γνώση µας για πρωτοτυπικά γεγονότα ως ακολουθίες προσδοκώμενων ενεργειών (expected actions) αποτυπωμένες σε ένα σενάριο. Σε κάθε πρωτότυπο στοιχείο γνώσης, αντιστοιχεί κι ένα µοντέλο αναδίφησης (retrieval model). Θεµελιώνεται έτσι θεωρητικά η κατανόηση με βάση τις προσδοκίες (expectation based understanding).

Τα σενάρια αποτελούν στερεοτυπικές απεικονίσεις ορισμένων καταστάσεων (με κλασικό παράδειγμα των Schank και Abelson το σενάριο του εστιατορίου), οι οποίες παρέχουν ένα πλαίσιο αναφοράς για διάφορες εκδηλώσεις, δράσεις, αντικείμενα και σχέσεις. Ένα σενάριο παρέχει το εννοιολογικό μοντέλο μιας κατάστασης, επιτρέποντας την εξαγωγή συμπερασμάτων και την κατανόηση του λόγου που σχετίζεται με αυτή την κατάσταση. Η θεωρία της εννοιακής εξάρτησης (CDT) υποθέτει επομένως ότι κάθε μορφή μνήμης είναι επεισοδιακή και οργανώνεται σύμφωνα με τα σενάρια.

Παρά το γεγονός ότι ένας περιορισμένος αριθμός καθολικών αρχετύπων είναι ευχάριστος από αισθητική και επιχειρησιακή άποψη, η πρόκληση της ορθής επιλογής τους μπορεί να αποβεί δύσκολη υπόθεση. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε το γεγονός ότι τα συστήματα του Yale δεν επεκτάθηκαν ποτέ πέρα από χειροποίητους μικρόκοσμους, μεθοδικά κατασκευασμένους από τους αντίστοιχους δημιουργούς τους.

Είναι σαφές ότι το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων αυτών περιορίζεται από το εύρος των βασικών γνώσεων που διατίθενται για έναν συγκεκριμένο τομέα, από τη στιγμή που απαιτούν την εκ προοιμίου κωδικοποίηση αυτής της πληροφορίας.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της μελέτης μας διαπιστώσαμε ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ενσωμάτωση σε παρόμοιους μηχανισμούς συναγωγής, οντολογιών όπως η περιγραφική οντολογία για τη γλωσσολογική και τη γνωσιακή μηχανική (DOLCE), η γενική οντολογία για τη γλωσσολογική περιγραφή (GOLD), καθώς και το εννοιολογικό μοντέλο αναφοράς CIDOC (CIDOC CRM), οι οποίες εισάγουν τον απαραίτητο σημασιολογικό σύνδεσμο μεταξύ των διαφόρων πεδίων εφαρμογής (βλ. Β' Μέρος). Σε ό,τι αφορά στο μειονέκτημα της εκ προοιμίου κωδικοποίησης των βασικών γνώσεων του πεδίου εφαρμογής, η μελέτη διατύπωσε διαδικασίες που αξιοποιούν στο μέγιστο βαθμό τα κοινωνικά δίκτυα και τη συνεργατική κωδικοποίηση.

Διακρίνουμε εδώ μία γενική τάση που διαπερνά το θεωρητικό υπόβαθρο των συστημάτων του Yale, αλλά και άλλων συστημάτων όπως του Viewgen (Ballim και Wilks, 1991), του Spin Doctor (Sack, 1994) και του Terminal Time (Mateas et.al, 2000): η ένταση μεταξύ της έρευνας που στοχεύει στην ψυχολογική ή τη γλωσσολογική ευλογοφάνεια και της έρευνας που υπαγορεύεται από ανησυχίες της μηχανικής επιστήμης. Τα συστήματα που μελετήσαμε υποκινούνται θεωρητικά κυρίως από την ψυχολογική και τη γλωσσολογική ευλογοφάνεια. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πηγή αντιπαραθέσεων, καθώς τα ερευνητικά πεδία της ψυχολογίας και των ανθρώπινων γνωσιακών λειτουργιών παραμένουν ανοικτά. Σε ποιό βαθμό επομένως τα σενάρια, τα εννοιολογικά σχήματα και τα σημασιολογικά αρχέτυπα είναι ικανά να αναπαριστούν την ψυχολογική και γλωσσολογική πραγματικότητα;

Η παραπάνω προβληματική άπτεται της έρευνας για την κατανόηση του φυσικού λόγου. Οδηγεί στο θεμελιώδες ερώτημα του κατά πόσον είναι ή δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ένα κείμενο προκειμένου να το ταξινομήσουμε. Εφόσον επιλέγουμε την ψυχολογική ή γλωσσολογική ευλογοφάνεια, τότε προσπαθούμε να κατανοήσουμε το κείμενο. Εναλλακτικά, μπορούμε να εφαρμόσουμε στατιστικές μεθόδους που λειτουργούν με μηδαμινή κατανόηση του κειμένου.

Τέλος, υπάρχει και η μέση λύση της μερικής κατανόησης του κειμένου, προκειμένου να επιτύχουμε ένα συγκεκριμένο επίπεδο επισημείωσης του λόγου και της διαλεκτικής δομής. Το έργο του van Dijk μας υποδεικνύει ότι η δομή του λόγου δεν επαρκεί από μόνη της ως κριτήριο ταξινόμησης, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με λεξιλογικές ενδείξεις ως συμπληρωματικό στοιχείο ενός κατηγοριοποιητή. Ως εκ τούτου, στρέφουμε τώρα την προσοχή μας στην ερευνητική επικαιρότητα της υπολογιστικής γλωσσολογίας σχετικά με την ανάλυση του λόγου, χωρίς να αποκλείουμε προς το παρόν το ενδεχόμενο της κατανόησης του κειμένου από το σύστημα μας.