1.2 Νεοτερικότητα

Η έλευση του σύγχρονου κόσμου αποτελεί μία εξαιρετικά σύνθετη, πολύμορφη και άνιση διαδικασία. Μπορούμε να τη φανταστούμε σαν ένα κέντημα· ένα υφάδι αλληλένδετων εξελίξεων, δομικών μετασχηματισμών και ανθρώπινης δράσης. Πολλά επιμέρους σχέδια συναντώνται, τέμνονται, για να σχηματίσουν τη «γενική εικόνα» των κοσμογονικών αλλαγών που δημιούργησαν τη νέα τάξη πραγμάτων, από την αρχική της κοιτίδα στη Δυτική Ευρώπη του 18ου αιώνα σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Η εμπορευματοποίηση της εργασίας και η εδραίωση των οικονομικών σχέσεων παραγωγής, η ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, ο εξαστισμός, η συγκέντρωση της εξουσίας σε μονοπαγείς κρατικούς μηχανισμούς, η εκκοσμίκευση της πνευματικής ζωής, αποτέλεσαν κεντρικές και αλληλοεξαρτώμενες μεταβολές που εισήγαγαν τις παραδοσιακές κοινωνίες στη νεοτερικότητα. Για τις παραδοσιακές κοινωνίες, τα πρώτα κιόλας μηνύματα της εκσυγχρονιστικής διαδικασίας είχαν χαρακτήρα πολιτισμικής επέκτασης. Οι νέες μέθοδοι επικοινωνίας, τα καινούργια ρεύματα σκέψης και προβληματισμού, τα σύγχρονα εκπαιδευτικά πρότυπα ήταν όλα κατακτητικά. Σαν τεράστιο παλιρροϊκό κύμα, σκέπασαν ορμητικά την υδρόγειο, ξεριζώνοντας τις παραδοσιακές δομές κοινωνικής οργάνωσης και καταλύοντας οριστικά κάθε παλιό αίσθημα ασφάλειας και μονιμότητας, δίχως να προσφέρουν στη θέση του καινούργια σταθερά σημεία αναφοράς για την ερμηνεία της πραγματικότητας.

Ο εκσυγχρονισμός τράβηξε λοιπόν το χαλί κάτω απ’τα πόδια της παράδοσης. Κι άφησε στη θέση εκείνη μία άσβεστη δίψα. Φαντασία, επιθυμία και ανάγκη να αγκαλιάζουν τις μνήμες και τα καινούργια δεδομένα, αναζητώντας πια το νέο αποτελεσματικό και πειστικό λόγο, όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το παρελθόν και το μέλλον. Σε ψήγματα αλληλεγγύης και στις πλέον αληθοφανείς καινούργιες μορφές οργάνωσης, να ανακαλύπτουν οι κοινωνίες την πρώτη ύλη των νέων συλλογικοτήτων τους.

Η τύχη των ιδεών, όπως και η τύχη των ανθρώπων, εξαρτάται εξίσου από τις συμπτώσεις όσο και από την αξία και το χαρακτήρα τους. Οι ιδέες που ήρθαν στο προσκήνιο στα τέλη του 18ου αιώνα, είχαν ολοκληρωτικά αποτελέσματα διότι τα ιστορικά γεγονότα προσέδωσαν σε βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα νόημα άμεσο και προφανές, με οικουμενική απήχηση.

Η φιλοσοφία που εξέφραζαν οι επαναστατικές εξαγγελίες δεν συνιστούσε ομοιογενές σύστημα. Ο άνθρωπος, όπως υποστήριζαν, είχε δικαιώματα φυσικά και αναπαλλοτρίωτα. Η κοινωνία λοιπόν έπρεπε να διευθετηθεί ούτως ώστε να διασφαλίζει αυτά τα δικαιώματα. Ωστόσο, οποιαδήποτε αναφορά σε φυσικά δικαιώματα προϋποθέτει ότι η ίδια η φύση διέπεται από τέλεια τάξη η οποία επιβεβαιώνεται με τον ορθό λόγο, ενώ οι νόμοι της φύσης ισχύουν απόλυτα και για τα ανθρώπινα πράγματα.

Μία τέτοια υπόθεση όμως αντέβαινε προς τις παραδοχές της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, στο βαθμό που αυτή απέρριπτε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τη βιβλική αφήγηση της Δημιουργίας· δηλαδή ακριβώς τα συστήματα εκείνα που προσέφεραν μέχρι τότε κάποιες θεωρητικές αρχές ευταξίας στην Ευρώπη, δικαιολογώντας και κάνοντας λιγότερο αφόρητη την αταξία και την ασυναρτησία του κόσμου.

Ενόσω λοιπόν προετοιμαζόταν η έλευση της βασιλείας του ορθού και του δικαίου, ο μόχθος των φιλοσόφων έδειχνε ολοένα και περισσότερο πως αυτά είναι πράγματα σκοτεινά, ασαφή και ανεπίδεκτα ορθολογικής απόδειξης. Η θεωρία της γνώσης προς την οποία έκλεινε ο Διαφωτισμός υποστήριζε πως μονάχα οι αισθήσεις μάς επιτρέπουν να γνωρίσουμε τον εξωτερικό κόσμο. Ο νους αρχικά δεν είναι παρά tabularasa, ένας άγραφος χάρτης όπου σιγά-σιγά αποτυπώνουν τη σφραγίδα τους οι αισθήσεις. Η αίσθηση λοιπόν, καθώς και η ανάμνηση της αίσθησης, συνιστούν τις βάσεις της γνώσης μας. Χάρη σε αυτές μπορούμε να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλλουμε, να προβλέπουμε και να στοχαζόμαστε. Σε αυτές και μόνο αυτές εντέλει βασίζονται οι πιο περίπλοκοι συλλογισμοί και τα πιο σύνθετα νοήματα που δημιουργεί ο άνθρωπος.

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε είμαστε αιχμάλωτοι των αισθήσεών μας και ανήμποροι να δραπετεύσουμε από αυτές. Οι αισθητήριες αντιλήψεις είναι απατηλές, πολύμορφες και ευμετάβλητες. Είναι ανίκανες να μας δείξουν τη δομή του σύμπαντος, εφόσον δεν είμαστε σε θέση να αισθανθούμε τους φυσικούς νόμους ή να αγγίξουμε την τάξη του κόσμου. Το πολύ-πολύ που μπορούν να μας εξασφαλίσουν οι αισθήσεις είναι κάποιες πιθανότητες ή προσδοκίες. Μας μαθαίνουν την τέχνη του ραβδοσκόπου, όχι το σίγουρο δρόμο του φυσικού.

Αν τέτοια λοιπόν είναι η φύση της γνώσης, τότε πώς μπορούμε να διακηρύσσουμε εμφατικά ότι η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη συνιστούν εκ γενετής δικαιώματα κάθε ατόμου; Πώς τολμάμε αλήθεια να εξαγγέλλουμε οποιονδήποτε κανόνα συμπεριφοράς, θεωρώντας τον ικανό να αντέξει στην κριτική εξέταση; Ποιός τέτοιος κανόνας δεν διαλύεται μέσα στην ομιχλώδη σύγχυση των αντίθετων γνωμών και αισθημάτων;

Το μεγάλο κατόρθωμα των φιλοσόφων του νεοτερισμού ήταν πως πρότειναν μία διέξοδο από αυτό το δίλημμα, πως ανακάλυψαν ένα δρόμο διαφυγής που έμοιαζε στα μάτια του κόσμου ικανοποιητικός και πειστικός. Με τη λύση που πρόβαλαν, μία νέα βεβαιότητα ερχόταν να αντικαταστήσει τις παλιές και ελάχιστα ελκυστικές πλέον μεταφυσικές βεβαιότητες.

Οι ισχυρισμοί τους δεν είχαν τόσο μεγάλες αξιώσεις. Η βεβαιότητα στην οποία στόχευαν ούτε ρίζωνε στην εξ αποκαλύψεως αλήθεια, ούτε αιωρούνταν στους μεταφυσικούς αιθέρες, παρά στηριζόταν μόνο σε όσα μπορούσε να πετύχει ο ανθρώπινος νους βαδίζοντας με τη δύναμη της κρίσης του. Στο πεδίο της ηθικής, ανακάλυψαν μία πρωτοφανή, σολομώντεια λύση.

Είναι άσκοπο, είπαν, να προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τα ηθικά ζητήματα με τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε για την κατανόηση της φύσης. Από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, δεν μπορούμε να συναγάγουμε την αξία που πρέπει να τους αποδίδουμε. Κάθε απόπειρα απόδειξης των ηθικών νόμων με φυσικούς όρους οδηγεί με ακρίβεια είτε στον αστήρικτο δογματισμό είτε, από αντίδραση, στον πλήρη σκεπτικισμό.

Ωστόσο, η ηθική και η ελευθερία είναι πράγματα υπαρκτά. Ο καθένας το γνωρίζει αυτό, το νιώθει στο πετσί του και συμπεριφέρεται ανάλογα. Οι δυσκολίες εμφανίζονται εφόσον επιχειρήσουμε να επενδύσουμε αυτή τη βεβαιότητα με επιστημονική διατύπωση. Η ανθρώπινη γνώση όμως αφορά στον κόσμο των φαινομένων, έναν κόσμο στον οποίο κάποιοι διακρίνουν ανεξήγητες συντυχίες και κάποιοι άλλοι μονολιθικές αναγκαιότητες. Αν λοιπόν η ηθική συναγόταν από τέτοιου είδους γνώση, τότε ποτέ δεν θα μπορούσαμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά θα μέναμε εσαεί υπόδουλοι της συντυχίας ή των τυφλών και απρόσωπων νόμων.

Έπρεπε επομένως να διαχωριστεί η ηθική από τη γνώση. Η ηθική προκύπτει από τη συμμόρφωση με έναν οικουμενικό νόμο, ο οποίος δεν εντοπίζεται στον εξωτερικό κόσμο των επιφαινομένων, αλλά φωλιάζει μέσα μας. Η ηθική δεν μπορεί παρά να είναι ανεξάρτητη από τους νόμους που κυβερνούν τα επιφαινόμενα. Αυτή την ανεξαρτησία ονομάζουμε ελευθερία με τη στενότερη, δηλαδή την υπερβατική έννοια.

Ο άνθρωπος οφείλει πλέον να θεωρείται ελεύθερος όταν υπακούει στους νόμους της ηθικής, οι οποίοι βρίσκονται εντός του και όχι στον έξω κόσμο. Αν η αρετή υφίσταται, δεν εδρεύει σε κανένα αντικείμενο, ούτε συνίσταται στην υποταγή σε οποιαδήποτε εξωτερική εξουσία ή ακόμη και στο αίσθημα της ευφορίας που συνοδεύει ορισμένες πράξεις μας. Αρετή είναι η χαρακτηριστική ιδιότητα της ελεύθερης βούλησης η οποία ακολουθεί τον εσώτερο νόμο.

Η ηθική υπάρχει ανεξαρτήτως των συνεπειών της και αδιάφορα από τυχόν επιβραβεύσεις ή κυρώσεις. Μπορεί κανείς να βρίσκεται φυλακισμένος στο χειρότερο μπουντρούμι ή να υφίσταται την πιο αποτρόπαιη τυραννία και, παρόλα αυτά, να είναι ελεύθερος εάν είναι ελεύθερη η βούλησή του. Και η βούλησή του είναι ελεύθερη όταν εκείνος δρα σύμφωνα με την κατηγορική προσταγή του εσώτερου νόμου.

Η κατηγορική προσταγή δεν είναι θεία εντολή. Είναι μία προσταγή που αναβλύζει μέσα από την ίδια την ψυχή. Ο άνθρωπος ελεύθερα την αναγνωρίζει κι εξίσου ελεύθερα την ενστερνίζεται. Η βούληση του καλού, ήτοι η ελεύθερη βούληση, είναι συνάμα και αυτόνομη βούληση. Για να θέλει το καλό, ο άνθρωπος πρέπει να το έχει επιλέξει ελεύθερα και η ανθρώπινη βούληση είναι εκείνη που μόνη της ορίζει ποιό είναι το καλό.΄

Παρά τη διακηρυγμένη μετριοπάθειά της, αυτή η θεωρία σάρωσε όλα όσα υποστήριζε κι εξόντωσε όλα όσα απέρριπτε. Και τούτο διότι ανέδειξε το άτομο σε επίκεντρο, σε επιδιαιτητή και επικυρίαρχο του σύμπαντος, κατά τρόπο που ουδέποτε διανοήθηκαν οι πρόδρομοι των φιλοσόφων του νεοτερισμού. Ο άνθρωπος δεν αποτελούσε πλέον ένα απλό στοιχείο της φυσικής τάξης πραγμάτων. Αντίθετα, αποφάσιζε να υπάρξει σαν ελεύθερο και ηθικό ον με τη βοήθεια των κανόνων που ο ίδιος ανακάλυπτε και επέβαλλε στον εαυτό του.

Πουθενά δεν διακρίνεται σαφέστερα ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας αυτής της αντίληψης απ΄ό,τι στην παράδοξη απόδειξη που πρόβαλλε για την ύπαρξη του Θεού.

Τα δόγματα που ισχυρίζονται πως αποδεικνύουν την ύπαρξη του Θεού αναπτύσσοντας επιχειρηματολογίες μεταφυσικού χαρακτήρα δεν αντέχουν στην κριτική εξέταση. Επομένως, μάλλον υπονομεύουν μόνα τους τη θρησκεία αφού, καθώς αναπόφευκτα διαψεύδονται, στρέφουν τους ανθρώπους προς την αθεΐα. Μολαταύτα, η ανάγκη να πιστέψουμε στην ύπαρξη του Θεού δεν παύει να υπάρχει. Πώς να την ικανοποιήσουμε λοιπόν;

Η κατηγορική προσταγή μας επιτάσσει ως καθήκον να προάγουμε το ύψιστο αγαθό. Αλλά για να προάγουμε το ύψιστο αγαθό, αυτό θα πρέπει να υπάρχει. Εφόσον είναι αναγκαίο να δεχτούμε την ύπαρξη του ύψιστου αγαθού, τότε είναι απαραίτητο να δεχτούμε και την ύπαρξη του Θεού, του τέλειου όντος, αφού ένα ατελές ον δεν θα μπορούσε να είναι πηγή του ύψιστου αγαθού. Η ύπαρξη του Θεού εξαρτάται επομένως από τις ανάγκες του ανθρώπου. Ο Θεός δεν είναι παρά μία εικασία στην οποία προβαίνει ο άνθρωπος επικυρώνοντας την ηθική ελευθερία του.

Έτσι, ολοκληρώθηκε η αντιστροφή του παραδοσιακού τρόπου σκέψης που θεωρούσε τον άνθρωπο δημιούργημα του Θεού. Προκειμένου να απελευθερωθεί ο άνθρωπος, δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να καταστεί ο Θεός δημιούργημά του.

Η λογική αυτής της θεωρίας προεκτάθηκε σύντομα πολύ παραπέρα από τα θεία. Τα περί εσώτερων πεποιθήσεων που δεν χρειάζονται κανενός είδους εξωτερική υποστήριξη κατέληξαν να θεωρούνται ιδανικός οδηγός της πολιτισμικής επεκτατικής δράσης στα χρόνια του εκσυγχρονισμού. Η αυτοδιάθεση ανάχθηκε σε υπέρτατο ηθικό αγαθό. Η αυτοδιοίκηση προτιμότερη από την καλή διοίκηση. Στο βωμό του αυτεξούσιου ανθρώπου θυσιάστηκαν όλα τα άλλα στοιχεία της κοινωνικής ζωής. Κάθε έκτροπο βρήκε την υπεράσπιση και την αιτιολογία του. Καλός άνθρωπος ήταν ο αυτεξούσιος άνθρωπος και, προκειμένου να πραγματώσει την αυτονομία του, όφειλε να απολαμβάνει την ελευθερία του άνευ όρων.

«Πρέπει πρώτα να είναι ελεύθερος κανείς προκειμένου να μάθει πώς να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του ελεύθερα και χρηστά. Βεβαίως, οι πρώτες προσπάθειες θα είναι ωμές και θα επιφέρουν καταστάσεις πιο επώδυνες κι επικίνδυνες από εκείνες που επικρατούσαν όταν υπήρχαν οι προσταγές κάποιου άλλου, μαζί βεβαίως με την προστασία που αυτός παρείχε. Ωστόσο, δεν ωριμάζουμε ποτέ στον ορθό λόγο, παρά μόνο μέσω των εμπειριών μας· αλλά για να αποκτήσουμε εμπειρίες, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι.» (Immanuel Kant)