1.3 Φαντασιακές κοινότητες

Η αναγόρευση της αυτοδιάθεσης σε ύψιστη ηθική αρχή ήταν επόμενο να προκαλέσει μεγάλες αλλαγές στις κοινωνικές αναζητήσεις. Η αυτονομία δεν ήταν προνόμιο που μπορούσε να κατακτηθεί άπαξ διά παντόςατομικά. Αντίθετα, ήταν στόχος ο οποίος απαιτούσε διαρκείς συλλογικούς αγώνες χωρίς καμία εγγύηση ότι θα επιτευχθεί ή θα διατηρηθεί.

«Τι κι αν όλη η έμψυχη φύση

Δεν είναι παρά άρπες οργανικές, με χιλίων λογιών μορφές,

Που τρεμοπαίζουνε καθώς η σκέψη τις χαϊδεύει,

Απέραντη κι εύπλαστη, μια αύρα νοερή,

Ψυχή της καθεμιάς τους και Θεός όλων μαζί.» (Samuel Taylor Coleridge)

Στο όραμα του σύμπαντος που οι ολοένα εξελισσόμενες νέες αντιλήψεις προσπαθούσαν να μεταδώσουν, το όλον προηγείτο από καθένα από τα μέρη του, αποτελούσε κάτι ανώτερο κι ευρύτερο. Ο κόσμος αποκτούσε υπόσταση και συνοχή, επειδή ήταν προϊόν μίας ενιαίας συνείδησης.

Τα μεμονωμένα άτομα, ως άτομα, δεν ήταν πια παρά φαντάσματα (Frederick Wilhelm Schelling). Αποκτούσαν πραγματική υπόσταση μόνο στο μέτρο που έβρισκαν τη θέση τους μέσα στο όλον. Η ελευθερία του ατόμου, η αυτοπραγμάτωσή του, έπρεπε να αναζητηθεί αποκλειστικά στην ταύτισή του με το όλον, στην ενσωμάτωσή του στο όλον, σε εκείνο που μόνο ήταν σε θέση να προικίσει το άτομο με πραγματική υπόσταση.

Σε αυτή τη νέα κοσμοθεωρία, η απόλυτη ελευθερία σήμαινε την απόλυτη αφομοίωση του ατόμου στο σύνολο, ενώ η ιστορία της ανθρώπινης ελευθερίας δεν ήταν παρά ο διηνεκής αγώνας της να φτάσει στον συγκεκριμένο στόχο της καθολικής συνείδησης. Τα άτομα όφειλαν να ενώσουν τη βούλησή τους με τη συλλογική βούληση και σε αυτή την ένωση να συναντήσουν επιτέλους την ελευθερία. Η απλή υπακοή δεν ήταν αρκετή· αλλά η ενεργή συγκατάθεση στους νόμους και τις ενέργειες των νέων συλλογικοτήτων.

Στη σκληρή ιστορική πραγματικότητα ωστόσο, η εξουσία δεν είχε να κάνει με τον αισθητικό και τον πνευματικό κόσμο, αλλά με την αμείλικτη λογική του δήμιου και του στρατιώτη. Η προσέγγιση των ζητημάτων εξουσίας με αισθητικούς και πνευματικούς όρους οδήγησε με βεβαιότητα σε επικίνδυνες εξιδανικεύσεις, με τη συλλογική κυριαρχία (εθνική, ταξική, φυλετική, επαγγελματική, πολιτική, οικονομική, θρησκευτική) να εμφανίζεται ως ενσάρκωση του ορθού λόγου και την ιδεολογική αναγκαιότητα να συγχέεται με την αιώνια λύτρωση.

Η ανάμειξη δημοσίου και ιδιωτικού, πνευματικών και εγκόσμιων, μεταγράφηκε στο λόγο των νέων συλλογικοτήτων. Οι άρχοντες άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τους αρχομένους ότι οι σχέσεις τους είχαν κάτι από τις σχέσεις μεταξύ των εραστών, των συζύγων ή των γονιών με τα παιδιά τους, ότι ο δεσμός που ένωνε το άτομο με το σύνολο ήταν θρησκευτικής φύσης, παρόμοιος με εκείνον που ενώνει τον πιστό με το Θεό του, τον προφήτη με τους οπαδούς του, το μύστη με τους μαθητές του.

Η εξιδανίκευση των συλλογικοτήτων είχε βεβαίως σαν συνέπεια και την εξιδανίκευση του φιλοσόφου. Έπαψε πια να είναι ο στοχαστικός άνθρωπος που, επειδή κατανοεί, αδυνατεί να δράσει. Έπαψε πια να είναι ένας απλός λόγιος που μεταβιβάζει τη γνώση, ένας δάσκαλος των νέων που περιφρουρεί και μεταδίδει την κληρονομιά των παλαιότερων. Ο φιλόσοφος αξίωνε πλέον στην πραγματικότητα να γίνει ο νομοθέτης της ανθρωπότητας· να συνυφάνει τις ιδεολογίες του άρρηκτα με το λόγο ύπαρξης, με τον προορισμό του ανθρώπου.

Αξίωση ευφάνταστη, η οποία δεν αντέχει σε καμία σοβαρή εξέταση, αλλά κατέληξε εν καιρώ να γίνει ευρύτατα αποδεκτή στην Ευρώπη κι ακόμη παραπέρα. Ο σεβασμός που αποσπούσαν κατά την αρχαιότητα οι νομοθέτες και οι ιδρυτές πόλεων μεταφέρθηκε τώρα στους δημοσιογράφους και τους καθηγητές.

Κάθε λογής πολυμαθείς φιλόλογοι ή περίπλοκοι και δυσνόητοι οικονομολόγοι αναδείχθηκαν έτσι σε γενάρχες πανίσχυρων κινημάτων, αντλώντας έμπνευση από το παράξενο λεξιλόγιο της φιλοσοφικής διαμάχης.

Η επίκληση βαθυστόχαστων φιλοσοφικών εννοιών είχε ως αποτέλεσμα οι άρχοντες να ελέγχουν καλύτερα τους αρχομένους, οι οποίοι με τη σειρά τους βαυκαλίζονταν με την πεποίθηση ότι κατείχαν την πραγματική γνώση. Έτσι, οι άρχοντες κατέληγαν να αποκτούν την ενεργητική συναίνεση ή την παθητική συμμόρφωση των αρχομένων. Με τον σχεδόν φυσιολογικό αυτό τρόπο όμως, δεν είναι οι φιλόσοφοι εκείνοι που γίνονταν βασιλιάδες, αλλά οι βασιλιάδες που έζευαν τη φιλοσοφία στο άρμα της δικής τους εξουσίας.