2.2 Αντινομίες

Κατά τη μελέτη του μύθου, ερχόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις οι οποίες, σε πρώτη ανάγνωση, παρουσιάζονται άκρως αντιφατικές.

α. Από τη μία, φαίνεται ότι όπως εκτυλίσσεται ο μύθος τα πάντα είναι δυνατά. Δεν υφίσταται και δεν μπορεί να υπάρξει κάποια εμφανής λογική συνέχεια και συνέπεια προσώπων και γεγονότων. Οποιοδήποτε χαρακτηριστικό μπορεί να αποδοθεί σε οποιονδήποτε πρωταγωνιστή του μύθου, καμία πράξη του δεν ζητά αιτία και πρόκληση.

Από την άλλη όμως, αυτή η πρωτοφανής ελευθερία και αυθαιρεσία διαψεύδεται από τις εκπληκτικές ομοιότητες που παρατηρούνται μεταξύ μύθων που έχουν συλλεγεί από διαφορετικές περιοχές, απομακρυσμένους τόπους και ξένους πολιτισμούς. Εάν το περιεχόμενό τους είναι τόσο αυθύπαρκτο, πώς εξηγούνται αυτές οι ομοιότητες;

β. Ο μύθος εξιστορεί πάντοτε γεγονότα τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα πριν από πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτό που δίνει στο μύθο την πρακτική του αξία είναι ότι η συγκεκριμένη διαδοχή γεγονότων που περιγράφεται είναι άχρονη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο μύθος είναι μία ενόραση της αιωνιότητας μέσα σε ένα απλό αφήγημα με αρχή, μέση και τέλος.

γ. Ο μύθος αγκαλιάζει το μέρος εκείνο της ανθρώπινης έκφρασης όπου η μετάφραση και ο μεταφραστής αποκτούν τη μικρότερη δυνατή αξία. Βρίσκεται στον αντίποδα της ποίησης, ενός λόγου ουσιαστικά αμετάφραστου, ο οποίος αποδίδεται σε άλλη γλώσσα από την πρωτότυπη μονάχα με σημαντικό κόστος νοήματος.

Αντίθετα, ο μύθος διατηρεί την αξία του μέσα από τη χειρότερη μετάφραση. Η ουσία του δεν ανιχνεύεται στους εκφραστικούς τρόπους, στο στιλ και τη σύνταξή του, ούτε στην πρωτότυπη μουσική του λόγου του, αλλά στην ιστορία την οποία μεταφέρει. Όση άγνοια κι αν έχει το κοινό για τη γλώσσα και τον πολιτισμό που γέννησε έναν μύθο, άλλη τόση σιγουριά αισθάνεται για αυτά που διαβάζει και ακούει. Αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει τη μυθική του αξία.

Η συνειδητοποίηση των βασικών αντινομιών που πηγάζουν από την ίδια τη φύση του μύθου, είναι το πρώτο βήμα για την επίλυσή τους. Εφόδιο στην προσπάθεια αυτή είναι η κληρονομιά της γλωσσολογίας, η οποία συλλογιζόταν για τη γλώσσα κατά τον ίδιο τρόπο που συλλογιζόμαστε τώρα για το μύθο.

α΄. Παρατηρώντας πως, για μία συγκεκριμένη γλώσσα, ορισμένες διαδοχές ήχων είναι συνυφασμένες με διακριτά νοήματα, καλλιεργούσε την ελπίδα για την αποκάλυψη μίας μοναδικής συγγένειας μεταξύ ήχου και νοήματος. Τα υγρά φωνήεντα να συνδέονται με το νερό, τα ανοικτά φωνήεντα με τα μεγάλα αντικείμενα, βαριά, φαρδιά ή θορυβώδη. Η ελπίδα όμως έσβηνε γρήγορα: οι ίδιοι ήχοι εμφανίζονταν σε άλλες γλώσσες με τελείως διαφορετικό νόημα.

Η ρίζα του προβλήματος έπρεπε να αναζητηθεί στον αρχικό συλλογισμό, ο οποίος με τα πολλά αποδείχτηκε λανθασμένος. Τα δεδομένα, το νόημα της γλώσσας, δεν φέρονται από τους ήχους ατομικά, αλλά από το συνδυασμό τους. Αντίστοιχα λοιπόν, εάν υπάρχει κάποιο νόημα στο μύθο, αυτό δεν εντοπίζεται στα ατομικά στοιχεία που τον συναποτελούν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται μεταξύ τους.

β΄ και γ΄. «Ο λόγος είναι ένας θησαυρός που κατατίθεται από τα μέλη μιας κοινότητας με την ομιλία τους. Και δεν είναι πλήρης σε κανένα άτομο· πληρότητα εμφανίζει μόνο μέσα στην ομάδα» (Ferdinand de Saussure)

Όπως η κοινωνικότητα του λόγου προσδιορίζεται από την ομιλία του ενός, ενώ η ατομικότητα της ομιλίας παράγεται από την κοινωνικότητα του λόγου κατά το «σωσσυρικό παράδοξο», έτσι και η διττή φύση του μύθου, ταυτόχρονα ιστορική και ανιστορική, χρονική και άχρονη, τοπική και πανανθρώπινη, ζητά μία ταυτόχρονη εξήγηση σαν λόγος και σαν ομιλία, αλλά κυρίως σαν περίπλοκη συμβολική αναπαράσταση μίας εννοιολογίας.

Οι εικόνες, οι δείκτες και τα σύμβολα μίας μυθολογίας δεν είναι οι εικόνες, οι δείκτες και τα σύμβολα της γλώσσας. Οι μυθολογίες έχουν τη δική τους εικονική, δεικτική και συμβατική εννοιολογία, η οποία αξιοποιεί σε δεύτερο βαθμό την κοινή εννοιολογία αλλά δεν ταυτίζεται με αυτή. Οι μυθολογίες είναι μεταγλώσσες, κατασκευασμένες με τα υλικά της γλώσσας.