3.3 Ιδέες και έξεις

Οι ιδεολογίες δεν ορίζονται χωρίς ιδέες. Και οι ιδέες αναγνωρίζονται ως ιδέες ακριβώς επειδή συμμετέχουν σε ιδεολογίες. Με την έννοια αυτή, οι ιδέες ορίζονται αμοιβαία, θετικά ή αντιθετικά, αλλά πάντοτε μεταξύ τους και μόνο κατά τη συμμετοχή τους σε ευρύτερα συστήματα ιδεών. Μία ιδέα έχει το ελεύθερο να κυκλοφορήσει μεταξύ ιδεολογιών κατά τα άλλα διαφορετικών, σαν αστέρι που ξεχωρίζει σε πολλούς αστερισμούς.

Ωστόσο, ο κάθε ένας από αυτούς τους αστερισμούς θεωρείται μοναδικός, ακόμη κι αν συγκροτείται στη βάση κάποιου άλλου. Όπως λοιπόν οι αστερισμοί σημαίνονται από συστήματα αστεριών, έτσι και οι ιδεολογίες σημαίνονται από συστήματα ιδεών.

Ένα σύστημα ιδεών δομεί ταξινομικά το λόγο, επιβάλλοντας ένα τρίπτυχο περιορισμών ως προς τα σημεία του:

  1. Είδος
  2. Θέμα
  3. Τρόπος

Σύμφωνα με τον πρώτο περιορισμό, ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο εικόνες και δείκτες, παρά σύμβολα (CharlesPierce). Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος δεν συμβολίζει, αλλά αναπαριστά και δείχνει. Είναι εικονολατρικός, αφηγηματικός, μεταφορικός.

Σύμφωνα με το δεύτερο περιορισμό, ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος ακολουθεί μία συγκεκριμένη τυπολογία σημασιολογικών δίπολων (Εμείς ⇔ Άλλοι), μέσω της οποίας επιτελούνται οι λειτουργίες ενσωμάτωσης και σύγκρουσης των ιδεολογιών. Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος εκλογικεύει, εξορθολογίζει, αιτιολογεί, υπερασπίζει και αναπτύσσει αντίλογο απέναντι σε λόγο που επίσης αναπτύσσεται συγκρουσιακά.

Σύμφωνα με τον τρίτο περιορισμό, ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος συντάσσεται στην παράδοση της λεκτικής αντιπαράθεσης, δηλαδή της ρητορικής. Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος επιχειρηματολογεί, υποπίπτει σε συλλογιστικά σφάλματα, προσπαθεί να μας παραπλανήσει ή απλώς ψεύδεται.

Η στερεοτυπία του ιδεολογικά φορτισμένου λόγου συντελείται λοιπόν μέσα από ειδολογικούς, θεματικούς και τροπικούς περιορισμούς οι οποίοι στερεοποιούνται σε ειδολογικές, θεματικές και τροπικές συμβάσεις μέσω της συλλογικής εφαρμογής τους. Τα κίνητρα της συλλογικότητας;

«Είναι απλώς η γενική αίσθηση του κοινού συμφέροντος· αίσθηση την οποία όλα τα μέλη της κοινωνίας εκφράζουν ο ένας στον άλλο, και η οποία τα παρακινεί να ρυθμίζουν με κανόνες τις πράξεις τους. Παρατηρώ ότι θα είναι προς το συμφέρον μου ν’αφήσω στον άλλο την κατοχή των αγαθών του, υπό τον όρο ότι το ίδιο θα πράξει κι αυτός για μένα. Έχει κι αυτός στη ρύθμιση των πράξεών του την αίσθηση ενός παρόμοιου συμφέροντος. Όταν η κοινή αυτή αίσθηση του συμφέροντος εκφραστεί αμοιβαία, και καταστεί γνωστή και στους δύο, παράγει την απαραίτητη στάση και συμπεριφορά. Η οποία μπορεί κανονικά να ονομάζεται σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ μας, αν και χωρίς τη μεσολάβηση μιας υπόσχεσης, αφού οι πράξεις του καθενός μας αναφέρονται στις πράξεις του άλλου και εκτελούνται υπό την προϋπόθεση ότι κάτι πρόκειται να επιτελεστεί και από την άλλη πλευρά. Δύο άνθρωποι που τραβούν τα κουπιά μιας βάρκας το κάνουν βάσει συμφωνίας ή σύμβασης, αν και ποτέ δεν έχουν δώσει υποσχέσεις ο ένας στον άλλο. Ούτε είναι σε μικρότερο βαθμό παράγωγο των ανθρώπινων συμβάσεων ο κανόνας που ρυθμίζει τη σταθερότητα της ιδιοκτησίας, επειδή προκύπτει σταδιακά και αποκτά ισχύ μέσω μιας αργής διαδικασίας και από την επαναλαμβανόμενη εμπειρία των ανεπιθύμητων συνεπειών που προκύπτουν αν τον παραβούμε. Αντιθέτως, η εμπειρία αυτή μας βεβαιώνει ακόμη περισσότερο ότι η αίσθηση του συμφέροντος έχει καταστεί κοινή σε όλους τους συνανθρώπους μας και μας παρέχει εμπιστοσύνη για τη μελλοντική κανονικότητα των πράξεών τους.» (DavidHume)

Τα κίνητρα της συλλογικότητας δεν είναι επομένως ηθικά. Η συμφωνία δημιουργείται και συντηρείται ως συλλογική δέσμευση απέναντι στις προθέσεις ενός κοινωνικού συνόλου. Δεν αποτελεί συνισταμένη πολλών προσωπικών γνωμών αλλά, ακόμη κι όταν πηγάζει από κάποιες εξ αυτών, διακρίνεται από αντιπροσωπευτική ισχύ, η οποία της προσδίδει έναν κινηματικό χαρακτήρα. Η δημιουργία της μπορεί να είναι προϊόν μη συνεργατικών διαδικασιών, βίας, πειθαναγκασμού, απειλής ή εμπαιγμού (AntonioGramsci), αλλά όσο συντηρείται, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο όνομα της συνεργατικότητας.

Η συλλογικότητα του ιδεολογικά φορτισμένου λόγου βρίσκεται σε συνεχή συγκρότηση. Κοινωνικές ομάδες και θεσμικοί φορείς συμμετέχουν στην καταγραφή των ρευστών και μεταλλασσόμενων προθέσεων ενός ολοένα διευρυνόμενου κοινωνικού συνόλου, με στόχο την παγίωση ενός συνεκτικού σώματος συμβάσεων.

Η οργάνωση των κοινωνικών ομάδων ακολουθεί τη λογική των ομόκεντρων κύκλων (MiroslavHroch), με φορά από το κέντρο (ελίτ: διανοούμενοι, ειδικοί, εξορθολογιστές) προς την περιφέρεια (πλατύ κοινό: το πραγματικό ή φανταστικό κοινωνικό σύνολο) μέσω των περιφερειακών κέντρων (μικρό κοινό: ακόλουθοι, διαμεσολαβητές, αναπαραγωγοί), σύμφωνα με τη διαβάθμιση στο βαθμό στερεοτυπίας του λόγου τους.

Οι θεσμικοί φορείς εντάσσονται σε ένα συγκεντρωτικό τύπο οργάνωσης, ο οποίος αντανακλά τις ιεραρχικές σχέσεις που ισχύουν στο κοινωνικό σύνολο (εθνικές, ταξικές, φυλετικές, επαγγελματικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές). Ο λόγος τους έχει ιδρυματικό χαρακτήρα καθώς, ενώ οι ίδιοι παραμένουν απαράλλακτοι και εμβληματικοί, ο βαθμός στερεοτυπίας του λόγου τους είναι ιστορικός και διαμορφώνεται κατά περίσταση χρόνου, τόπου και κοινού.

Όσο περισσότερο εξαπλώνεται ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος, τόσο περισσότερη ιστορία δημιουργεί. Και όσο περισσότερο αντλεί από τη δημιουργημένη ιστορία του, τόσο περισσότερο αρχίζει να μοιάζει με νοοτροπία. Αυτό που ήταν προϊόν συλλογισμού κάποιου, γίνεται το αντανακλαστικό κάποιου άλλου. Τώρα, όλο και περισσότεροι σκέφτονται και εκφράζονται όπως Εμείς. Σε λίγο, όλο και περισσότεροι δεν θα χρειάζεται να σκέφτονται καθόλου· αρκεί να εκφράζονται όπως Εμείς.

Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος επιδιώκει να εντυπωθεί στο κοινό του από τη νεαρότερη ηλικία, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης, ώστε αυτό να αποκτήσει συνήθειες οι οποίες θα «μορφώσουν» το νου του. Οι συνήθειες αυτές ενσωματώνουν τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες διαμορφώνονται, ώστε να δημιουργούν σχετικά ομοιογενή σύνολα ατόμων, τα οποία τείνουν να εκφράζονται με παρόμοιους τρόπους. Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος συγκροτεί έτσι ένα δομητικό μηχανισμό ικανό να παράγει πρακτικές και αντιλήψεις, ακόμη και σε πεδία διαφορετικά από αυτά στα οποία αρχικά συναντήθηκε. Καθοδηγεί τα άτομα στην καθημερινή τους ζωή, προσανατολίζει τις πράξεις τους, τους παρέχει την αίσθηση της καταλληλότητας, του συνανήκειν. Lesenspratique (PierreBourdieu).

Ο ιδεολογικά φορτισμένος λόγος αποτελεί ταυτόχρονα μεταφορά κοινωνικού και γνωσιακού περιεχομένου και χάρτη τόσο της κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και της ιδιοσυγκρασίας του ομιλητή. Διαμορφώνει συλλογικές ταυτότητες και ατομικές συνειδήσεις, καλύπτει πολιτικά κενά και προσωπικές ανασφάλειες. Είναι η μάσκα. Η μαγεία που κρύβει τη χίμαιρα. Διότι ο καθένας μας δεν μπορεί να αντέξει τον τρόμο του αγνώστου χωρίς να επικαλεστεί το γνωστό ή το φανταστικό, χωρίς να το συνδέσει και να το συνδυάσει στη σκέψη του με κάτι άλλο που ήδη γνωρίζει, ώστε να μπορέσει να το αντιληφθεί.