3.4 Τίς εἶ;

Ποιός είσαι, λοιπόν, του λόγου σου; Πώς συστήνεσαι; Τι θέλεις από εμάς; Γιατί;

Ο λόγος των ιδεολογιών φέρει φορτίο που επιτρέπει στα μέλη μίας ομάδας, όλα μαζί και το κάθε ένα ξεχωριστά, να αυτοπροσδιοριστούν. Ο αυτοπροσδιορισμός περιλαμβάνει όλη τη βασική πληροφορία μέσω της οποίας αναγνωρίζονται, ταυτοποιούνται και κατηγοριοποιούνται, ανάλογα με τις δραστηριότητές τους, τους στόχους τους, τις αξίες τους, τα εφόδιά τους, τις σχέσεις τους με τους άλλους εντός κι εκτός της ομάδας. Νομιμοποιούνται, πέρα και παρά το νόημα του λόγου, ο οποίος εμφανίζεται εναλλάξ πληθωρικός, αξιολογικός, ευφημιστικός, διχοτομικός και αυταπόδεικτος.

α. Μία από τις συνηθέστερες ιδιότητες του λόγου των ιδεολογιών είναι η πληθωρικότητα. Ο πληθωρισμός συνίσταται στην παρουσία μεγαλύτερου αριθμού λέξεων από τις απαραίτητες για τη δημιουργία νοήματος, την επιλογή σπάνιων λέξεων και τη γραμματική και συντακτική επιτήδευση. Η πληθωρική μορφή λειτουργεί σε βάρος του νοήματος, ενώ στην καλύτερη περίπτωση το κάνει δυσκολότερο στην κατανόηση και συχνά ασαφέστερο.

Πληθωρικός είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί πολλά συνώνυμα και χαρακτηρίζεται από μεγάλη συχνότητα ορισμένων τύπων, όπως είναι οι επιθετικοί προσδιορισμοί, οι προθέσεις και τα επιρρήματα. Εμφανίζει μακριές περιόδους και συντακτική περιπλοκή, εξεζητημένη συντακτική δομή, ρητορικές επαναλήψεις, περισσοτεχνία, μεγαληγορία και συνεχείς περιφράσεις.

Ο λόγος αυτός δίνει την εντύπωση της σπανιότητας, με τη συστηματική χρήση των λέξεων εκείνων που δεν ηχούν συνηθισμένα και οικεία. Είναι μία κατασκευασμένη, κατά περίπτωση, σπανιότητα· ένα κράμα αρχαιοπρέπειας και λαϊκισμού, με ξενισμούς, νεολογισμούς και παρασύνθετους ιδιωματισμούς, είτε κάποτε κι από ένα μίγμα όλων αυτών.

Ο κύριος στόχος του πληθωρισμού στο λόγο, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι να πείσει τους δέκτες. Πριν απ’ όλα επιδιώκει να επιβεβαιώσει τη συνοχή της κοινωνικής ομάδας στην οποία απευθύνεται σε ένα σύνολο, μιλώντας εξ ονόματος του συνόλου (του έθνους, της πατρίδας, της εργατικής τάξης, των προοδευτικών δυνάμεων, της πρωτοπορίας, των επαναστατών, των γυναικών, των μειονοτήτων, της εκκλησίας, του ελεύθερου κόσμου) και όχι να μεταδώσει κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα.

Κλειδί του πληθωρικού λόγου είναι η χρήση όρων με πολύ ρευστό σημασιολογικό περιεχόμενο που κάνουν τους δέκτες ανήμπορους είτε να απαιτήσουν την αποκατάσταση της επικοινωνίας, είτε να την αρνηθούν. Η βία που ασκεί επιτρέπει να γίνονται δεκτά σαν πληροφορίες μηνύματα που παραβιάζουν τη λογική του νοήματος.

β. Μεγάλο μέρος της δύναμης που έχει ο λόγος των ιδεολογιών εντοπίζεται και στο αξιολογικό του φορτίο. Στο λεξιλόγιο και τη δομή, στην επιλογή των λέξεων, των γραμματικών τύπων ή της σύνταξης λανθάνουν αξιολογήσεις που λειτουργούν δεσμευτικά για τους δέκτες.

Ο λόγος των ιδεολογιών δεν είναι οπωσδήποτε πληθωρικός, αλλά είναι πάντοτε αξιολογικός. Τα μηνύματά του έχουν τη μορφή της αλήθειας και όχι της πληροφορίας· περιέχουν διατυπώσεις που αποκλείουν την αμφισβήτηση, υποκαθιστούν τα τεκμήρια είτε με ηθικές κατηγορίες (εντιμότητα, απουσία φανατισμού, καλή πρόθεση), είτε με αρετές (ευφυΐα, γνώσεις, συνείδηση), στηρίζονται σε λέξεις-αξίες και όχι σε επιχειρήματα και αποδείξεις. Περιέχουν επομένως και την ηθική καταδίκη των δεκτών που ενδέχεται να διαφωνήσουν μαζί τους.

Η αξιολόγηση που λειτουργεί δεσμευτικά οφείλεται συχνά στην αξία που φέρουν ορισμένες λέξεις. Λέξεις με γιγάντια ηθική διάσταση και τόσο μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, ώστε το αξιολογικό τους βάρος να λειτουργεί από μόνο του καταστροφικά στο νόημα. Λέξεις που δεν είναι σημασίες αλλά εξουσίες, αντιστρόφως ανάλογες προς το νόημα: ελευθερία, δημοκρατία, λαός, παράδοση.

Λέξεις-αξίες, λέξεις παγίδες, γιατί αρκεί να αναφερθούν και τα μηνύματα παύουν να χρειάζονται λογική συνοχή, επάρκεια και αποτελεσματικότητα, παύουν να αξιώνουν αιτιολόγηση και αποδεικτικά τεκμήρια. Χάρη στις λέξεις-αξίες, τα μηνύματα μπορούν να περιέχουν κραυγαλέες αντιφάσεις και να γίνονται δεκτά σαν συλλογισμός, μπορούν να περιέχουν ταυτολογίες, ανακολουθίες, ακόμη και παραλογισμούς κι αυτό να μη γίνεται αντιληπτό.

Το αξιακό φορτίο των λέξεων αρκεί από μόνο του ώστε να έχουν τέτοια μηνύματα αποδεικτική δύναμη ανεξαρτήτως νοήματος επειδή η ηθική τους διάσταση, απόλυτα δεσμευτική, υποκαθιστά το νόημα. Οι λέξεις-αξίες, με άλλα λόγια, κατασκευάζουν μηνύματα άτρωτα σε κάθε χειρισμό.

γ. Πέρα από τις αξιολογήσεις, ο λόγος των ιδεολογιών χρησιμοποιεί επιπλέον την ευφημιστική διατύπωση με στόχο την αποσιώπηση του υποκειμένου του ομιλητή. Όλοι οι δικτάτορες στην ιστορία του σύγχρονου κόσμου ονόμασαν τον εαυτό τους οδηγό, σωτήρα ή πατέρα, οι πιο στυγνοί εξ αυτών αυτοπροβλήθηκαν σαν μετριοπαθείς και προσωρινοί, ενώ αποκάλεσαν τους αντιπάλους τους εγκληματίες για να δικαιολογήσουν με τις λέξεις την εξόντωσή τους.

Μερικά από τα συνήθη χαρακτηριστικά του ευφημιστικού λόγου είναι η μετάθεση, η μετωνυμία και τα υπονοούμενα. Ο ομιλητής εκφράζεται στο πρώτο πρόσωπο του πληθυντικού, αντικαθιστώντας το υποκείμενο με ένα γενικευτικό Εμείς. Η αντιπαράθεση με τους Άλλους γίνεται αυτόματα, χωρίς να απαιτείται ο ορισμός τους, ούτε η παράθεση αποδείξεων για τους λόγους αποκλεισμού τους από Εμάς.

Τα υποκείμενα υποκαθιστούν πολλές φορές λέξεις-αξίες, εμφανίζοντας ως πομπούς των μηνυμάτων αφηρημένες έννοιες και ηθικές μορφές, οι οποίες επιβάλλουν τη σιωπή στο δέκτη. Ο καθένας μπορεί να αμφιβάλλει για τον συνάνθρωπό του, αλλά κανείς δεν τολμά να αντιμιλήσει στη δικαιοσύνη, στην πρόοδο, στο Θεό ή στην ανθρωπότητα όλη.

Αποτελεσματική είναι επίσης η ευφημιστική αντικειμενοποίηση των συμπερασμάτων όταν, αντί να προκύπτουν από τα τεκμήρια και τις αποδείξεις, τα επιχειρήματα και την ανάλυση, συνάγονται από δυσνόητους συλλογισμούς ή καταφυγή σε θεωρητικές αυθεντίες.

Τέλος, το πιο ύπουλο στοιχείο του ευφημιστικού λόγου είναι οι αναφορικοί υπαινιγμοί στο γνωστικό πλούτο του ομιλητή και του κοινού του. Ο ομιλητής κλείνει το μάτι σε όσους ξέρουν, με ανυπόστατες νύξεις που κατασκευάζουν τη μορφωτική συνενοχή με το μυημένο κοινό· αριστοκρατική διάκριση που παγιδεύει τόσο αυτούς που αγκαλιάζει, όσο και αυτούς που αποκλείει.

δ. Άλλη συνηθισμένη ιδιότητα του λόγου των ιδεολογιών είναι η διχοτόμηση στην οποία στηρίζεται. Ο λόγος κυριαρχείται από τη συνεχή αντιπαράθεση δύο δοσμένων αξιών και κάθε δήλωση κτίζεται μεθοδικά πάνω σε αντιθέσεις καλού-κακού, σωστού-λάθους, προοδευτικού-αντιδραστικού, ωραίου-άσχημου, ηθικού-ανήθικου.

Η διχοτομική ιδιότητα προβάλλει τη θετική αξία και τη στηρίζει στην αντιπαράθεση με την αντίθετή της, η οποία είναι συνεχώς παρούσα σαν αρνητική φωτογραφία. Έτσι, η θετική αξία εμφανίζεται σαν αποδεικτικός συλλογισμός, ενώ η συνεχής αντιπαράθεση αρκεί για να οδηγηθεί ο δέκτης στο συμπέρασμα ότι η μία όψη του νομίσματος είναι ορθή επειδή η αντίθετη όψη είναι ανάποδη.

Η διχοτομική λογική προϋποθέτει τη μετάδοση μίας αλήθειας απόλυτα στατικής. Το σωστό δεν αποδεικνύεται, δεν στηρίζεται και δεν απευθύνεται στην κρίση του δέκτη. Προϋπάρχει του μηνύματος και προβάλλει με έμφαση την απαξία που προκαλεί η άρνησή του. Η διχοτομική μορφή καθιστά μία δήλωση πανίσχυρη γιατί εμφανίζεται ορθολογική και αδιάψευστη· ο ορίζοντας των εκδοχών είναι κλειστός και επιτρέπει μόνο την αποδοχή του άσπρου έναντι του μαύρου.

ε. Όλα τα παραπάνω συνδυάζονται στη μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα του λόγου των ιδεολογιών, την ιδιότητά του να είναι αυταπόδεικτος. Ο λόγος των εξουσιών γίνεται αυταπόδεικτος επειδή είναι πάνω απ’ όλα αξιολογικός, ενώ τα μηνύματά του αποτελούν διαβεβαιώσεις οριστικές, ταυτόσημες με την αλήθεια και στατικές. Οι λανθάνουσες αξιολογήσεις στηρίζουν τους συλλογισμούς, παρακάμπτοντας την ανάγκη τεκμηρίωσης και αποδείξεων. Η πειστικότητα των συλλογισμών στηρίζεται με τη σειρά της στην υποβολή της αναμφισβήτητης και οριστικής αξίας των συμπερασμάτων.

Η αυταπόδεικτη ιδιότητα πηγάζει κυρίως από την έμμεση καταφυγή σε πλήθος πηγών νομιμότητας ή εγκυρότητας: την αυθεντία, τη λογική, τη γνώση, αλλά και τη φύση, την παρατήρηση, τις υπερφυσικές δυνάμεις κι ακόμη το αυτονόητο, το αυτόδηλο, την κοινοτοπία και τον κοινό νου.

Όπως είδαμε, τα αυταπόδεικτα μηνύματα των θρησκευτικών γραφών, με την καταφυγή τους στην υπέρτατη αυθεντία, απαίτησαν αιώνες πολιτισμικής εξέλιξης και κοσμογονικές κοινωνικές αλλαγές ώστε να μπορέσει να δομηθεί ο λόγος που αμφισβήτησε τη στατική και υπερβατική τους αλήθεια. Σε τελική ανάλυση όμως, προσέφερε κι αυτός τίποτα καλύτερο;