7.2 Οντολογία της αλλοτρίωσης

«Τόν ποιητήν δέοι, εἴπερ μἔλλει ποιητής εἴναι, ποιεῖν μύθους ἀλλ'οὐ λόγους.» (Πλάτων)

Ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» είναι έργο καθολικό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλα τα ιδεολογικά ρεύματα του νεοτερικού ελληνισμού επιχείρησαν να το στρατεύσουν προς όφελός τους, ερμηνεύοντας τον ποιητικό στίχο κατά το δοκούν, ενώ έσπευσαν να αγκαλιάσουν τη βαριά σκιά του δημιουργού του όσο αυτός ήταν στη ζωή, αλλά και μετά το θάνατό του.

Ο ποιητής όμως στέκεται στο έργο του επιβλητικός απέναντι σε πανανθρώπινα προβλήματα του καιρού του, χωρίς να ανήκει σε κανέναν άλλο πέρα από τον εαυτό του. Ντύνεται με τα ρούχα του ήρωά του, δανείζεται τη φύση του με όλες τις όψεις της· την ευχή της συνειδητοποίησης και την κατάρα της αλλοτρίωσης.

Ο λόγος του Γύφτου, φορτισμένος και επίκαιρος, είναι οδηγός για τη μελέτη των ιδεολογιών της νεοτερικότητας. Ενώ στο έργο κυκλοφορεί εννοιολογικά ελεύθερος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ανθρώπινης σκέψης, ο ιδεολογικός λόγος που επιχειρεί να δανειστεί από τους προβληματισμούς του δεν μπορεί παρά να τον στερεοποιήσει σε ένα, ευδιάκριτο πλέον, σύστημα ιδεών, την εννοιολογία της αλλοτρίωσης.

Ο Γύφτος, δέσμιος της συνειδητοποίησης του κόσμου που τον περιβάλλει και της ανθρώπινης φύσης του, οφείλει να εκφραστεί πηγαία για όλους και για όλα. Αντίθετα, ο ιδεολογικός λόγος που αγγίζει την ίδια θεματολογία της αλλοτρίωσης δεν μπορεί παρά να είναι φανερά μεροληπτικός. Κτίζει επιλεκτικά στους ίδιους τόπους που ο Γύφτος γκρεμίζει οικουμενικά για να ευδαιμονίσει.

Η γλώσσα του Γύφτου ανήκει στον κόσμο της ποίησης. Το μαρτυρούν οι εκφραστικοί τρόποι της, οι εικόνες, οι δείκτες και τα σύμβολά της. Όταν ο ιδεολογικός λόγος μεταπλάθει τους συγκεκριμένους ποιητικούς τρόπους σε ορθολογικές ενότητες, με ιστορικότητα, χρονική διάσταση και απήχηση επιχειρησιακά καθορισμένες, επικαλείται επιτηδευμένα τη μυθολογία της πτώσης και προδίδεται.

Κατά τη μυθολογία της πτώσης, ο Γύφτος είναι ο σύγχρονος Σίσυφος. Ο πιο έξυπνος κι ο πιο ανήσυχος συνάμα των θνητών, αποκαλύπτει τα μυστικά των θεών για την ευλογία της φύσης και της επιστήμης. Νικά το θάνατο και αφήνεται στη δύναμη της επιθυμίας για ζωή. Χαρίζει στην ανθρωπότητα το όραμα ενός άφθαρτου κόσμου και καταδικάζεται σε μία αιωνιότητα αγώνα δίχως τέλος. Υπάρχει όμως τιμωρία για έναν αλλοτριωμένο ήρωα;

«Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Στο μύθο του Σίσυφου βλέπουμε την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού να ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει να αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τον ώμο που δέχεται το λασπωμένο όγκο, το πόδι που τον στηρίζει, τη διαστολή των μυώνων, την ανθρώπινη σιγουριά δυο χεριών γεμάτων γη. Στο έπακρο αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με το χωρίς ουρανό διάστημα και το χωρίς βάθος χρόνο, ο σκοπός εκπληρώνεται.

Ο Σίσυφος τότε, κοιτάζει την πέτρα να κατηφορίζει σε μερικές στιγμές προς αυτόν το χαμηλό κόσμο από όπου θα πρέπει να την ανεβάσει πάλι στην κορυφή. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα. Αυτή η ώρα που είναι σαν μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια από τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά-σιγά προς τις τρώγλες των θεών, ο Σίσυφος είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.

Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, πού θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε του βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της απόλυτης επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά και αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός, παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος αλλά επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής τους· είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση.

Κρίνω πως όλα είναι καλά, λέει, κι αυτή η φράση είναι ιερή. Αντηχεί στη βάρβαρη και περιορισμένη από τους ίδιους τους ανθρώπους ζωή. Δείχνει πως τίποτα δεν ήταν και τίποτα δεν είναι εξαντλημένο. Διώχνει από τον κόσμο τους θεούς που μπήκαν με απληστία και με τη γεύση των ανώφελων πόνων. Από το πεπρωμένο δημιουργεί μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστεί ανάμεσα στους ανθρώπους.

Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του τού ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Όμοια, ο παράλογος άνθρωπος όταν μελετάει το μαρτύριό του, κάνει όλα τα είδωλα να βουβαθούν. Στο ξαφνικά παραδομένο στη σιωπή του σύμπαν, υψώνονται οι χιλιάδες μικρές έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητες και μυστικές επικλήσεις, προσκλήσεις προς όλα τα πρόσωπα, αποτελούν την αναγκαία επιστροφή και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και εμείς πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα.

Αφήνουμε το Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνείται τους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά.

Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα για εκείνον, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα και ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο.» (AlbertCamus)

Προσωπική ασφαλώς η κρίση του Σίσυφου, είναι άραγε και ελεύθερη; Δεν μοιάζει σπάνιο στην κοινωνική ιστορία να γίνεται καταναγκασμός το υπαρξιακό ψέμα. Η εκδοχή του ανύπαρκτου σαν υπαρκτού, η σωματική της πρόσληψη, η πραγμάτωσή της στη συμπεριφορά του ατόμου, η αφομοίωσή της στον τρόπο σκέψης και αξιολόγησης, λανσάρεται σαν αυτονόητη προϋπόθεση συμμετοχής στη συλλογικότητα. Τότε και το πραγματικά υπαρκτό απωθείται στο κοινωνικό περιθώριο και όσοι αντιστέκονται στην κυρίαρχη αλλοτρίωση εξουδετερώνονται σαν γραφικοί, οπισθοδρομικοί και σκοταδιστές.

Η αλλοτρίωση μπορεί να γίνει εργαλείο για την καταδυνάστευση των πολλών από τα συμφέροντα των λίγων. Όταν ο άνθρωπος υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τη δημιουργική του ικανότητα, ψευτίζει την ύπαρξή του. Πουλάει την εργασία του για να κερδίσει την επιβίωσή του και η εργασία του γίνεται ξένη προς τον εαυτό του. Καθώς άλλοι καθορίζουν τις σκοπιμότητες και τον τρόπο της παραγωγής, η εργασία γίνεται για τον εργάτη πραγματική απώλεια του εαυτού του, απώλεια της ανθρώπινης ιδιαιτερότητάς του. Μονάχα η συνειδητοποίηση της αλλοτρίωσής του είναι ικανή να προκαλέσει και να δικαιώσει την επανάστασή του.

Ο δρόμος για τη συνειδητοποίηση ξεκινά ωστόσο με την απολύτρωση του ανθρώπου από την στυγνή ατομικότητα και τον εγωκεντρισμό. Το εγώ για να υπάρξει, πρέπει να εκπληρώνεται η απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης του εσύ. Μέσα από τη διαδικασία απομάκρυνσης του ατόμου από τον εαυτό του, επιχειρείται η υπέρβαση, η ένωση με τον κόσμο και την ουσία του. Έτσι, η αλλοτρίωση γίνεται το βασικό συστατικό της ύπαρξης και το πρώτο βήμα για τη συνειδητοποίηση.

Η αλλοτρίωση είναι επομένως μια λανθάνουσα φάση που οδηγεί στη συνειδητοποίηση.

Αν αυτή η συνειδητοποίηση παύσει να εξυπηρετεί τον άνθρωπο και, αντίθετα, χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών, τότε ο άνθρωπος εκπίπτει στην κατάσταση της ειδολογικής αντικειμενοποίησης. Η συνειδητοποίηση δεν διαχωρίζεται τότε από την ευτελή Ersatz, μηχανιστική και ανολοκλήρωτη ως προς το σκοπό της· ένας μηχανισμός καταπίεσης.

Η κοινωνική φύση του ανθρώπου, σε αντιδιαστολή με την επιδίωξη της ατομικής του ελευθερίας και η επακόλουθη σύγχυση του μέσου και του σκοπού της συνειδητοποίησης, άνοιξε το δρόμο για την ιδεολογική εκμετάλλευση της έννοιας της αλλοτρίωσης στα χρόνια της νεοτερικότητας. Η ανάλυση του Δωδεκάλογου του Γύφτου είναι το πρώτο βήμα στη μελέτη της λειτουργίας της αλλοτρίωσης ως ιδεολογήματος στο νεοτερικό λόγο.