7.2.1 Η ψυχή του Γύφτου

Ο λυρικός λόγος υπακούει πάντοτε στον νόμο του πολλαπλού συμβολισμού. Το σύμβολο, στην ενότητά του, καλύπτει ταυτόχρονα πολλά στρώματα της έμπνευσης, πολλές στιγμές της ποιητικής δημιουργίας, πολλές διαφορετικές διαθέσεις του ποιητή. Στόχος της ανάλυσης είναι επομένως να αποκαλύψει, πίσω από τον μύθο και πριν από το λόγο, τις αφετηρίες που ανεξάρτητα από κάθε θέληση, από κάθε συνείδηση και από κάθε διδακτική διάθεση, καθόρισαν την τελειωμένη μορφή του έργου. Να ξαναβρεθεί το δράμα του ποιητή όπως το γνωρίζει ο αναγνώστης στη βάση του ολοκληρωμένου έργου.

Το δικαίωμα σε μια τέτοια προσπάθεια δίνεται από τον ίδιο τον ποιητή: «γιατί σταμάτησα στο γύφτο θα πει πως είμαι κι ένας γύφτος· η ψυχή μου είναι και τέτοια». Ακόμη κι αν έλειπε όμως η προλογική δήλωση του ποιητή, αρκεί η ίδια η φύση του έργου για να τον αναζητήσουμε σε ένα ποίημα που έχει ουσία του την προσωπική εξομολόγηση· μέσα στο Δωδεκάλογο μιλάει η ίδια η ψυχή του ποιητή, αφηγείται τα πάθη της και περιγράφει τη λύτρωσή της.

Ο πρώτος λόγος του Δωδεκάλογου έχει χαρακτήρα καθαρά εισαγωγικό· είναι η παρουσίαση του ήρωα, πολλαπλού και ενιαίου ταυτόχρονα, μαζί με μια αμυδρή χρονική τοποθέτηση, γύρω στα χρόνια της Άλωσης και μια πολύ σαφέστερη χωρική τοποθέτηση της σκηνής στη Θράκη, που είναι κατά τα λόγια του ποιητή «πηγή λαών και χρόνων».

Από το δεύτερο λόγο μπαίνουμε φανερά στην θέση του δράματος. Ο ήρωας περνάει μια σειρά από δοκιμασίες που το όνομά τους μας το δίνουν οι τίτλοι των λόγων· κάθε δοκιμασία θα είναι και μια καινούρια απογοήτευση για τον Γύφτο. «Δουλευτής», θα σταθεί ανήμπορος να υποτάξει το εγώ του στις απαιτήσεις της κοινωνίας και θα φανεί ανίκανος για την κοινωνική ζωή.

‘Και όταν ήρθαν και με σκόλασαν
με τους οικοδόμους οικοδόμο,
και όταν μου είπαν: «Γύφτε, τράβα δρόμο!»
Κι όταν τράβηξα ασυντρόφιαστος
το δικό μου δρόμο πάλι,
γνώρισα μια θλίψη μέσα μου,
θλίψη ασώπαστη μεγάλη!’

Παρόμοια απογοήτευση θα του δώσει η αγάπη, που την είχε πιστέψει σαν λύτρωση ιδανική· μόνο την απόλαυση βρήκε εκεί που περίμενε να βρει μια μυστική χαρά.

‘Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά.’

Ο τίτλος του τέταρτου λόγου καθώς κι ο τίτλος του πέμπτου δεν αφήνουν κανένα δισταγμό για την αύξουσα απογοήτευση του Γύφτου και την αύξουσα επαναστατικότητά του· είναι «ο Θάνατος των Θεών» και ο «Θάνατος των Αρχαίων». Όπως στην δουλειά, όπως στην αγάπη, έτσι και μπροστά στους θεούς και μπροστά στους αρχαίους, ο ήρωας παρουσιάζεται αντιθετικά. Τα αιώνια τούτα σύμβολα έχουν φανερωθεί σαν θέση από πριν· ο άνθρωπος, από την ώρα που θα σταθεί μπροστά τους, κληρονομεί το χρέος της υποταγής σε αυτά ή βρίσκει μέσα του τη δύναμη της ανατροπής τους. Ο Γύφτος βλέπει τους θεούς σαν είδωλα και τους αρχαίους σαν λείψανα.

‘Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος
από σέβας, δέηση, τάμα·
είμ' εγώ των άθεων ο προφήτης...’

Οι θεοί πρέπει να πέσουν· αλλά αντίστοιχα βαριά είναι και η καταδίκη των αρχαίων.

‘Όρνια γίνανε μπαλσαμωμένα,
λείψανα λυπητερά.’

Ο έκτος λόγος, «Γύρω σε μια φωτιά», ξαναπαίρνει το ίδιο μοτίβο· μπροστά στην προσπάθεια των εθνικών να ξαναζωντανέψουν την αρχαία θρησκεία και των χριστιανών να περισώσουν την παράδοσή τους σώζοντας την πίστη τους, ο Γύφτος, γκρεμιστής άλλη μια φορά, προβαίνει να κηρύξει το δικό του «πιστεύω».

‘Μήτε η Σπάρτη, μήτ' η Αθηνά, μήτε η Πόλη!
την Αθήνα την αφιόνισε μια Εβραία
μέσ' απ' το Γεσθημανί·
- Πού είν' η Σπάρτη; δεν την ξέρω. Ξέρω
το Μυστρά. Κ' η Πόλη η κοσμοξάκουστη
τώρα τούρκισσα κι αυτή.
……………………………………
Πολεμάτε. Θα περάσετε γοργά,
ζωντανόνεκροι, πολύθεοι, χριστιανοί,
των ειδώλων ω προσκυνητάδες,
από σπάρτα ευωδιαστές κι απ' αγριοθύμαρα
θα φυσήξουν οι βουνίσιες οι πνοές,
και θα σβύσουν οι ευκολόσβυστες λαμπάδες.’

Με τον έβδομο λόγο πραγματοποιείται ο θάνατος των πατρίδων· αφού διαδοχικά είδαμε να πέφτουν όλα τα σύμβολα που δένουν τον άνθρωπο και μαζί τον υποβαστάζουν, η δουλειά, η αγάπη, η θρησκεία, η μελέτη, τώρα έρχεται και η σειρά της πατρίδας. Κανένας τόπος δεν χωράει το Γύφτο, καμιά πατρίδα δεν έχει αρκετές χάρες για να τον κρατήσει.

‘Είμαστ' εμείς οι απάτριδοι κ' οι αγιάτρευτοι
………………………………………………….
κ' οι Πολιτείες λημέρια των ακάθαρτων,
κ' οι Πολιτείες ταμπούρια των κιοτήδων·
…………………………………………….
η μάντρα είν' ο αφίλιωτος οχτρός μας.’

Ο «Προφητικός», όχι μόνο δεν είναι εμβόλιμος λόγος, αλλά βρίσκεται στο επίκεντρο του έργου· ο τίτλος του αναγγέλλει με φρίκη κάτι που ακόμη δεν είναι φανερό στα μάτια μας, μα που μαθαίνουμε ότι έρχεται νομοτελειακά. Ο λόγος του προφήτη σε όλη του τη βιβλική μεγαλοπρέπεια φανερώνει την τελευταία κάθοδο στους κύκλους της απογοήτευσης, αλλά ενέχει μέσα του και μια υπόσχεση για λύτρωση.

Στην αρχή του λόγου, δεν βλέπουμε φως από πουθενά. Ο ήρωας που έχασε τα πάντα, πρέπει τώρα να χάσει και την ελπίδα· η ψυχή του πουθενά δεν θα μπορέσει να βρει τη γαλήνη.

‘Και θα φύγης κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θάβρη το κορμί μια σπιθαμή
μέσ' στη γη για να την κάμη μνήμα...’

Μα στο τέλος του λόγου, στο τελευταίο σκαλί της απελπισίας και το απόλυτο σκοτάδι που βλέπει μονάχα μπροστά του ο προφήτης, κάποιο φως αρχίζει να χαράζει.

‘Όσο να σε λυπηθή
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώση μιαν αυγή,
και να σε καλέση ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!’

Τη μορφή που θα πάρει η λύτρωση μάς δίνει ο επόμενος λόγος που επιγράφεται «Το βιολί». Το βιολί, σύμβολο της συνείδησης, είναι το μέσο που θα επιτρέψει στο Γύφτο να σταθεί ξανά μέσα στην κοινωνία, να υψώσει ξανά τις δυνάμεις τις οποίες γκρέμισε κάποτε με τα ίδια του τα χέρια.

Η θέση του λόγου αυτού στην μέση ακριβώς της ψυχολογικής διάρθρωσης του έργου, φανερώνει την σημασία του· πριν, όπου περάσει και όπου γυρίσει, ο Γύφτος σπέρνει την άρνηση και την καταστροφή. Τα τελευταία λόγια του προηγούμενου λόγου προφητεύουν την ανάσταση, για να ακολουθήσει αμέσως το βιολί, το όργανο της ανάστασης.

‘Χτύπα, δοξάρι μου, και χτίζε,
ο κόσμος γίνεται από μένα
μέσα στα χέρια μου τα δυο.’

Από «Το βιολί» και πέρα, έχουμε μία αδιάκοπη άνοδο προς τη δημιουργία, αρμονική με την κάθοδο των λόγων που προηγήθηκαν. Ενδεικτική, άλλωστε, της μυστικιστικής σημασίας που έχει το βιολί μέσα στον Δωδεκάλογο, είναι και η προέλευσή του από τον ασκητή, τον άνθρωπο τον τέλεια λυτρωμένο, τον απογυμνωμένο από καθετί ανθρώπινο, τον απόλυτα συνειδητοποιημένο· από εκείνον μόνο μπορεί να ξεκινήσει η πλάση του καινούριου κόσμου.

Πραγματικά, από τον επόμενο λόγο, τον «Αναστάσιμο», βλέπουμε την εσωτερική μουσική της συνείδησης, την κληρονομιά του ασκητή, να ξαναζωντανεύει με τη δική της και μόνο δύναμη ό,τι είχαν ρίξει τα χέρια του Γύφτου αρνητή.

‘Τους αθάνατους που πέθαναν,
και τους είχα θάψει εγώ,
τους αθάνατους που πέθαναν
πας για να τους αναστήσης,
της ανάστασης εσύ
Μουσική!
……………………………….
Περιβόλια, ανοίχτε στην Αγάπη,
και βροντήστε κάστρα, να η πατρίδα!
Στυλωθήτε, των Θεών βωμοί!
Και ταθάνατα είν' αυτά και οι κοσμοπλάστες,
κοσμοπλάστρα Μουσική!’

Η πατρίδα που την είχε απαρνηθεί η μαχητική ψυχή του Γύφτου γίνεται ιδέα της πατρίδας. Οι θεοί θρονιάζονται κι αυτοί στην ιδέα του απόλυτου.

‘…στην υπέρτατη κορφή,
στην Ιδέα.’

Η αγάπη γίνεται και εκείνη ιδεαλιστική. Ο Γύφτος παύει να είναι το κύριο πρόσωπο· η συνείδησή του ζει αυτόνομη και παίρνει το δικό της δρόμο, το δρόμο της δημιουργίας.

«Το Παραμύθι του Αδάκρυτου», ένα ακόμη αφήγημα της ακόρεστης δίψας για ζωή του Σίσυφου, μας φέρνει προς την λύση του έργου, συμπληρώνοντας τον «Αναστάσιμο» σαν μύθος μέσα στο μύθο.

Ο κύκλος κλείνει στον τελευταίο λόγο, τον «Κόσμο», που μας φέρνει και πάλι στη Θράκη, τη Σισύφεια κορυφή.

‘Μέσ' στη θύμησή μας ξύπνησες
το δικό μας βασιλέα,
των πιο θείων θεών τον πλάστη
και των ήχων· τον Ορφέα,
Με την όψη, με τανάστημα,
με το νου, με το βιολί,
να η Θρακιώτισσα των όλων
ζωντανεύτρα μουσική!’

Το τέρμα της ανθρώπινης προσπάθειας, που είναι η κυριαρχία επάνω στον εσωτερικό του κόσμο, η κατοχή των μυστικών του, το δίνει στο Γύφτο το βιολί, η συνείδηση. Με τη μουσική της συνείδησης ξανακτίζει ο Γύφτος τον κόσμο τον οποίο είχε γκρεμίσει και τον υψώνει ψηλότερο από πριν.