7.3 Το μαρξιστικό ιδεολόγημα της αλλοτρίωσης

Σύμφωνα με τον Feuerbach, το μόνο που χωρίζει τις υποθέσεις ενός φιλοσόφου από το φως της πραγματικότητας, είναι η στροφή της ματιάς του από τον εσωτερικό του κόσμο στον εξωτερικό. Ο Marx βασίστηκε στην θεώρηση αυτή, διατυπώνοντας την αλλοτρίωση του ανθρώπου ως μια απρόσωπη κοινωνική διεργασία. Πραγματικά, η φιλοσοφία του Marx μπορεί να θεωρηθεί υπό αυτό το πρίσμα ως αντιστροφή της φιλοσοφίας του Hegel. Σε γενικές γραμμές, η σχέση μεταξύ τους μπορεί να περιγραφεί ως εξής: ο Hegel αναπαριστά το σύμπαν ως υποκειμενική διεργασία· ο Marx, ανατρέποντας αυτό το σύστημα, καταλήγει να αναπαριστά μία υποκειμενική διεργασία ως σύμπαν, τον κοινωνικό κόσμο.

Έχοντας φτάσει σε αυτό το σημείο, ο Marx υποστήριξε ότι είχε προχωρήσει πέρα από τη φιλοσοφία. Ωστόσο, προς ποιά κατεύθυνση είχε προχωρήσει; Ο Marx ισχυρίστηκε ότι πέτυχε την απόλυτη απεικόνιση της πραγματικότητας και, για το λόγο αυτό, η δική του καταγραφή διατυπώθηκε με όρους θετικών επιστημών. Είναι γεγονός ότι ο Marx συνέλαβε κάτι αληθινό. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η ευρύτατη επιρροή που άσκησε και ασκεί, ούτε η ευλάβεια με την οποία τον μελετούν ακόμη και οι αναθεωρητικοί οπαδοί του. Ωστόσο, η πραγματικότητα που συνέλαβε και απεικόνισε ο Marx ήταν μία εσωτερική πραγματικότητα.

Οι δυνάμεις που αναγνώρισε ήταν υποκειμενικές δυνάμεις, δυνάμεις της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Στο βαθμό που αυτή η εσφαλμένη αντίληψη καθόρισε τη σκέψη του, ο Marx προχώρησε πέρα από τη φιλοσοφία, στο μύθο· καθώς το κύριο χαρακτηριστικό της μυθικής σκέψης είναι η βίωση και η απεικόνιση του εσωτερικού δράματος του ανθρώπου σαν γεγονός του έξω κόσμου.

Σε μια αποφασιστική στιγμή της σύγχρονης ιστορίας λοιπόν, ο Marx πραγματοποίησε τη μετάβαση στο μυθικό τρόπο σκέψης. Η υποκειμενική διεργασία της Entfremdungsgeschichte ενσωματώθηκε σε μια εικόνα της κοινωνίας, με το Marx να επεξεργάζεται στη συνέχεια την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ως το δογματικό περίβλημα ενός μυθικού αφηγήματος στο οποίο ο δυϊσμός των αλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων της αλλοτρίωσης προσεγγίζεται σαν δυϊσμός κοινωνικών δυνάμεων, μια ταξική πάλη στην κοινωνία, ένας ανελέητος πόλεμος μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.

Για τη σύλληψη αυτού του ιδεολογήματος, ο Marx είχε ως εφαλτήριο την κοινωνία των πολιτών του Hegel αποτελούμενη από εγωιστικά ανθρώπινα όντα σε διαρκή ανταγωνισμό. Στη συνέχεια, αναζήτησε την ανατομία της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτική οικονομία, αλλά η ανατομία της πολιτικής οικονομίας, με τη σειρά της, συμπυκνώθηκε στην ιδέα της πολιτικοοικονομικής αλλοτρίωσης. Η αλλοτριωμένη ανθρωπότητα χωρίστηκε από τον Marx σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανθρώπων, των εργαζομένων και των κεφαλαιούχων, ενώ η αλλοτριωμένη εργασία απεικονίστηκε σαν κοινωνικό έργο ζωής, την παραγωγική δύναμη του οποίου ενσαρκώνουν οι εργαζόμενοι, προς όφελος και αδιάκοπη αύξηση του κεφαλαίου των κεφαλαιούχων.

Στο Κεφάλαιο, ο Marx εξελίσσει το παραπάνω ιδεολόγημα με την ενοποίηση των κεφαλαιούχων και των εργαζομένων σε δύο αντιμαχόμενες συλλογικότητες, οι οποίες προσωποποιούν την αέναη μάχη του κεφαλαίου με την εργασία. Αναδύεται έτσι ο μυθικός Ερμάρης της ταξικής κοινωνίας, αποτελούμενος από δύο αντιμαχόμενους ταξικούς εαυτούς· τον άπληστο, δεσποτικό, εκμεταλλευτή, φαύλο, βρικόλακα εαυτό του Κεφαλαίου (Kapitalseele) από τη μία πλευρά, και τον εκμεταλλευμένο, βασανισμένο, δούλο, παραγωγικό αλλά επαναστατικό συνάμα εαυτό της Εργασίας από την άλλη.

Ο Marx έχει διαλέξει πλευρά σε αυτή την αναμέτρηση, καθώς ειρωνεύεται τη συλλογική προσωπικότητα του Κεφαλαίου, απευθυνόμενος σε αυτή ως Κύριε Κεφάλαιο (MonsieurCapital) ή Άρχοντά μου Κεφάλαιο (MyLordCapital). Στη συλλογική προσωπικότητα της Εργασίας απευθύνεται ως Συλλογικό Εργαζόμενο (Gesamtarbeiter)· αποτελείται από το σύνολο του εργατικού δυναμικού της κοινωνίας, με τον κάθε εργαζόμενο να είναι όργανο του Συλλογικού Εργαζόμενου.

Το ιδεολόγημα παίρνει ζωή στο έργο του Marx με την προβολή του εσωτερικού δράματος ως κοινωνικό δράμα. Οι dramatis personae είναι ο Άρχοντας Κεφάλαιο και ο Συλλογικός Εργαζόμενος. Αυτοί είναι και οι μόνοι πρωταγωνιστές στο κοινωνικό σύμπαν του Marx. Η κοινωνική σκηνή είναι μια αρένα, στο χώμα της οποίας η συλλογική προσωπικότητα του Κεφαλαίου και η συλλογική προσωπικότητα της Εργασίας δίνουν μάχη γύρω από ζητήματα όπως η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας.

Ο Άρχοντας Κεφάλαιο διψά για το ζεστό αίμα των εργαζομένων. Έχει μία ακόρεστη επιθυμία να το ρουφήξει μέχρι την τελευταία του ρανίδα. Δεν υπάρχει τίποτα που να τον εμποδίζει να αντλήσει λίγη ακόμη από την ενέργεια του Συλλογικού Εργαζόμενου, μέσα στην ασταμάτητη επεκτατική ορμή του.

Αλλά ο Άρχοντας Κεφάλαιο υπονομεύει το σκοπό του: «φανατικά προσηλωμένος στο κυνήγι του κέρδους, οδηγεί ακατάπαυστα τους εργαζόμενους στην παραγωγή για την παραγωγή, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγικότητας και τη δημιουργία των κατάλληλων υλικών συνθηκών παραγωγής που αποτελούν το έναυσμα για την άνθιση μίας ανθρώπινης κοινωνίας υψηλότερου τύπου, θεμελιώδης αρχή της οποίας είναι η πλήρης και ελεύθερη ανάπτυξη του κάθε ατόμου.» (KarlMarx)

Με την αδιάκοπη παραγωγή, υπό τον αδυσώπητο καταναγκασμό του Άρχοντα Κεφαλαίου να κυνηγά την υπεραξία, ο Συλλογικός Εργαζόμενος καταβαραθρώνεται ολοένα και βαθύτερα σε μια άβυσσο δυστυχίας, σύμφωνα με τον απόλυτο γενικό νόμο της συσσώρευσης κεφαλαίου, που διατυπώνεται ως εξής: «η συσσώρευση του πλούτου στον ένα πόλο της κοινωνίας συνεπάγεται την ταυτόχρονη συσσώρευση της φτώχειας, του μαρτυρίου της εργασίας, της δουλείας, της άγνοιας, της αποκτήνωσης και της ηθικής αποδόμησης στον αντίθετο πόλο - όπου κατοικεί η τάξη που παράγει το δικό της προϊόν, με τη μορφή κεφαλαίου.» (KarlMarx)

Το σημείο καμπής του αφηγήματος προσεγγίζεται όταν η αυθαιρεσία του Κεφαλαίου καταστεί πλέον απολύτως αφόρητη. Τότε έρχεται η ώρα να σημάνει τελεσίδικα το τέλος της ιδιοκτησίας· ο Συλλογικός Εργαζόμενος αρπάζει τον ξένο πλούτο από τα χέρια του Άρχοντα Κεφαλαίου, το τέρας νικάται και όλες οι εχθροπραξίες σταματούν. Απελευθερωμένη από την επεκτατική ορμή του Κεφαλαίου, η Εργασία παύει να είναι Εργασία και μετατρέπεται σε αυθόρμητη ανθρώπινη παραγωγική ζωή. Ο ιστορικός κόσμος του Κεφαλαίου και της Εργασίας μεταμορφώνεται, στο happyend, σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζει ούτε κεφάλαιο ούτε εργασία, έναν κόσμο πλήρους και ελεύθερης ανάπτυξης για κάθε άτομο.

Αυτό είναι το μαρξιστικό αφήγημα του πολέμου της Εργασίας με το Κεφάλαιο.

Πρόκειται για ένα ηθοπλαστικό ιδεολόγημα, ένα αφήγημα καλού και κακού, μία εξιστόρηση του αγώνα μεταξύ των προοδευτικών και των καταστροφικών δυνάμεων για την κατοχή του κόσμου. Η θεματολογία του αφορά στον εσωτερικό διχασμό του ανθρώπου, την αλλοτρίωσή του υπό την τυραννία της απληστίας και την τελική χειραφέτηση του ιδίου και της παραγωγικής του δραστηριότητας, με την κατάργηση της ιδιοκτησίας.

Είναι εύκολα κατανοητό υπό αυτό το πρίσμα γιατί ο Marx απέρριπτε το σύνθημα της δίκαιης κατανομής ως παρωχημένο, ενώ δεν μπορούσε να δεχτεί ότι οι κοινωνικοί αγώνες μαίνονται με σκοπό την απονομή κάποιας μορφής δικαιοσύνης στην κατανομή του πλούτου. Ο όρος δικαιοσύνη συνυποδηλώνει μία νόμιμη ισορροπία, την οριοθέτηση αμοιβαίων απαιτήσεων, μία συμβιβαστική λύση. Αυτή η ιδέα φάνταζε εντελώς ανεφάρμοστη στον εμπόλεμο κόσμο του μαρξιστικού αφηγήματος.

Είναι απόλυτα φυσικό επομένως να βρίσκει ο Marx γελοία τα σοσιαλιστικά συνθήματα της εποχής του («ένα δίκαιο μεροκάματο, για μια δίκαιη εργάσιμη ημέρα») και να διακωμωδεί την έννοια της δικαιοσύνης. Ο Marx επέμενε ότι ο αγώνας μεταξύ Εργασίας και Κεφαλαίου ήταν ένας αγώνας θανάτου, ο οποίος μπορούσε να λάβει τέλος μονάχα με την ολοκληρωτική καταστροφή του Κεφαλαίου. Το ζήτημα για τον Marx δεν ήταν η δικαιοσύνη, αλλά η αλλοτρίωση του ανθρώπου υπό το ζυγό της unmenschliche macht και η ανάκτηση του εαυτού του με τη συντριβή αυτής της δύναμης. Η αναίρεση των υλικών στερήσεων των εργαζομένων ήταν απλά συμπτωματική στον πραγματικό στόχο, την αναίρεση της αλλοτρίωσής τους.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της μυθικής σκέψης είναι ότι ο στοχαστής δεν αντιλαμβάνεται ότι σκέπτεται μυθικά. Για εκείνον, η σκέψη του αποτελεί αποκάλυψη της εμπειρικής πραγματικότητας. Το όραμα της πραγματικότητας που κέντρισε τον Marx είχε τη μορφή ενός κινήματος του κοινωνικού κόσμου· «ένα πραγματικό ιστορικό κίνημα το οποίο θα ανατρέψει τον κόσμο» και «ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα το οποίο ήδη, σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, διακηρύσσει την έλευση μίας τρομερής ανατροπής». Η ανατροπή στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το σημείο καμπής, ο κρίσιμος σπασμός της ιστορίας όπου ο Συλλογικός Εργαζόμενος εγείρεται με τρομερό μίσος και καταστρέφει οριστικά τον Άρχοντα Κεφάλαιο.

Το όραμα του κινήματος είναι ολοζώντανο «μπροστά στα μάτια του». Αναφέρεται σε αυτό συνεχώς με αυτή ακριβώς την έκφραση, η οποία συναντάται ολοένα και συχνότερα στα γραπτά του από το 1844 και έπειτα. Στο Μανιφέστο μιλά για «μια ιστορική κίνηση που λαμβάνει χώρα μπροστά στα ίδια μας τα μάτια»· στην Ένδεια της Φιλοσοφίας συμβουλεύει τους σοσιαλιστές να μην ασχολούνται με την εκπόνηση μελλοντικών πολιτικών προγραμμάτων, αλλά «να περιοριστούν στην καταγραφή των όσων συμβαίνουν μπροστά στα μάτια τους και να τα χρησιμοποιήσουν για την επιτυχία του σκοπού τους». Στον Κύριο Vogt πάλι, γράφει πως «δεν επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε κάποιο ουτοπικό ή άλλο νέο σύστημα, παρά μονάχα να συμμετέχουμε συνειδητά στην ιστορική επαναστατική κοινωνική διεργασία, η οποία λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας».

Τόσο ακαταμάχητα ζωντανό και συναρπαστικό είναι το όραμα του Marx, που φοβάται ότι η τελική ανατροπή θα πραγματοποιηθεί προτού προλάβει να ολοκληρώσει την περιγραφή της στο Κεφάλαιο. «Εργάζομαι σαν τρελός, ξάγρυπνος όλες τις νύχτες, για την ολοκλήρωση των οικονομικών μελετών μου, ώστε να έχω τουλάχιστον σκιαγραφήσει ένα περίγραμμα προτού έρθει ο κατακλυσμός», επιστολογραφεί ο Marx στον Engels στις 8 Δεκεμβρίου 1857. Σε άλλη επιστολή του 1858, γράφει: «έχω ένα προαίσθημα ότι τώρα ακόμη, όταν μετά από δεκαπέντε χρόνια μελέτης έχω προχωρήσει αρκετά στη σύλληψη του αντικειμένου ώστε να το αντιλαμβάνομαι καλά, θα παρέμβει καταιγίδα γεγονότων ανατρέποντας τα πάντα. Δεν πειράζει όμως. Εάν αργοπορήσω τόσο πολύ, που δεν βρεθεί πλέον κανείς στον κόσμο να ενδιαφερθεί για όσα έχω να πω, το σφάλμα θα είναι προφανώς μόνο δικό μου».

Οι δηλώσεις αυτές, γραμμένες στη σχετικά ήσυχη δεκαετία του 1850, δεν λένε πολλά για τα τεκταινόμενα των Ευρωπαϊκών κοινωνιών εκείνης της εποχής. Αποκαλύπτουν ωστόσο σε μεγάλο βαθμό την αναταραχή στον εσωτερικό κόσμο του Marx, την οποία ο ίδιος εξωτερίκευε τόσο γλαφυρά.

Η Ευρώπη του 1850 δεν παρουσιάζει ωστόσο μία εικόνα απόλυτης νηνεμίας. Μετά τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, στην περίοδο που ακολούθησε έλαβαν χώρα απεργίες και ταραχές στο χώρο των εργαζομένων, εμπορικές κρίσεις και διεθνή πολιτικά επεισόδια, κυρίως όμως ήσσονος σημασίας συμβάντα. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Marx παραδέχθηκε και τόνισε μάλιστα αυτό το γεγονός· για εκείνον, κάθε ήσσονος σημασίας συμβάν ήταν σημείο και σύμβολο της αλήθειας που περίκλειε το όραμα.

Στην ομιλία του στη δεξίωση για την 4η επέτειο της ίδρυσης της Εφημερίδας του Λαού το 1856, χρησιμοποίησε μία εξαιρετικά εύστοχη γεωλογική μεταφορά για να μεταδώσει αυτή την πεποίθησή του: «Οι λεγόμενες επαναστάσεις του 1848 δεν ήταν παρά ήσσονος σημασίας· μικρές ρήξεις και ρωγμές στον ξηρό φλοιό της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Εντούτοις προανήγγειλαν την άβυσσο. Κάτω από τη φαινομενικά στέρεη επιφάνεια φανέρωσαν ωκεανούς που χρειαζόταν μόνο να επεκταθούν για να θρυμματίσουν ηπείρους ολάκερες από πέτρα. Προκαλώντας θόρυβο και σύγχυση κήρυξαν τη χειραφέτηση του προλετάριου, ήτοι το μυστικό του 19ου αιώνα, και της επανάστασης αυτού του αιώνα.»

Το Κεφάλαιο περιέχει πληθώρα τεκμηρίων που αντλήθηκαν από τα αρχεία της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας του πρώιμου καπιταλισμού. Ο Marx δεν είναι φειδωλός στη χρήση τους, συσσωρεύοντας αποσπάσματα από αναφορές επιθεωρητών Βρετανικών εργοστασίων, καθώς και συμπεράσματα ερευνών για τις συνθήκες εργασίας και την κατάσταση των βιομηχανιών και των βιομηχανικών πόλεων στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Οι συνθήκες αυτές ήταν τόσο τρομακτικές, ώστε να δικαιολογούν το χαρακτηριστικό σχολιασμό του Marx, όπως σε αυτό το απόσπασμα που αναφέρεται στην παιδική εργασία σε ένα εργοστάσιο σπίρτων: «ο Δάντης θα συμφωνούσε πως οι χειρότερες φρικαλεότητες της Κολάσεώς του ωχριούν μπροστά σε όσα συμβαίνουν σε αυτή τη βιοτεχνία».

Το αποτέλεσμα της μεθοδικής συρραφής των στοιχείων αυτών είναι μία εικόνα απόλυτου τρόμου που, αφενός, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την έλξη που άσκησε το κείμενο στο κοινό του και, αφετέρου, δικαιολογεί τη φαινομενική αξιοπιστία του. Το πραγματικό θέμα του Κεφαλαίου δεν είναι κάποια εξωτερική Κόλαση, αλλά η εσωτερική Κόλαση του αλλοτριωμένου ανθρώπου. Με την εικονογράφησή του όμως με αρχειακά τεκμήρια της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της Βιομηχανικής Επανάστασης, το κείμενο αποκτά επιστημονική, καταγγελτική βάση και ανάγεται σε δύναμη πολιτικής επιρροής στο νεοτερικό κόσμο.

Έχοντας προβλέψει τη σύγκρουση μεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευμένων, ο Marx παρουσιάζεται εξαιρετικά δεκτικός σε κάθε στοιχείο του κοινωνικού περιβάλλοντος του παρελθόντος ή του παρόντος το οποίο μπορεί να αφομοιωθεί στο όραμά του και να ερμηνευθεί κατά το δοκούν, ενώ κωφεύει σε καθετί άλλο.

Όλα τα τεκμήρια της οικονομικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους εργοδότες, το σύνολο του εμπειρικού κοινωνικού υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δραματοποιήσει τον πόλεμο που μαίνεται μεταξύ του Άρχοντα Κεφαλαίου και του Συλλογικού Εργαζόμενου, προσφέρεται για άλεσμα στον ακαδημαϊκό μύλο. Οτιδήποτε διαφορετικό, παράταιρο και αταίριαστο στη συνολική εικόνα, διαφεύγει της προσοχής του.

Έτσι, ο Marx αποτυγχάνει να σημειώσει ότι οι τρομακτικές συνθήκες εργασίας που αναλύει λεπτομερώς στο Κεφάλαιο καλυτερεύουν συνεχώς κατά τη μακροχρόνια συγγραφή του βιβλίου του. Στις δεκαετίες του 1850 και του 1860, ενώ το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας των εργαζομένων αρχίζει αργά αλλά σταθερά να βελτιώνεται, ο Marx προσπαθεί να αποδείξει ότι επιδεινώνεται νομοτελειακά. Ο συλλογισμός του έχει τόσο μονοπωληθεί από το μύθο, που είναι αδύνατο να δεχτεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο σοβαρής βελτίωσης στις συνθήκες των εργαζομένων πριν την παγκόσμια επανάσταση. Η εξωτερική πραγματικότητα υπάρχει μόνο και μόνο στο βαθμό που επιβεβαιώνει, ή φαίνεται να επιβεβαιώνει, την εξωτερικευμένη εσωτερική πραγματικότητα που αποτελεί το περιεχόμενο του οράματός του για την κοινωνία.

Τι ζητά όμως το ιδεολόγημα από τον αναγνώστη του; Ο ίδιος ο στοχαστής βρίσκεται τόσο έντονα διαπλεκόμενος στο δράμα που φαίνεται να εκτυλίσσεται γύρω του, ώστε να ελκύει και να προσκαλεί στη συμμετοχή στη φερόμενη ως παγκόσμια σύγκρουση. Από τη στιγμή κατά την οποία η σύγκρουση θεσπίζεται έξω από τον αυτόν, ο ίδιος ο στοχαστής νιώθει αναγκασμένος να κάνει το κομμάτι του, να βοηθήσει τις δυνάμεις του καλού, να τις παροτρύνει στη μάχη, να δοξάσει τις νίκες τους, να θρηνήσει τις ήττες τους, να τις υποστηρίξει ενεργά με κάθε τρόπο. Θέλει να ενταχθεί στην σύρραξη και προσφέρει σε όλους τη δυνατότητα να πράξουν ανάλογα. Σκοπός του είναι να τους παροτρύνει στη συμμετοχή σε ένα σχέδιο δράσης το οποίο έχει ήδη ξεκινήσει να εκτυλίσσεται.

Αυτή είναι και η ιδιαίτερη λογική (ή ψυχο-λογική) προσέγγιση του αναγνώστη της μυθικής σκέψης, όπως σχετίζεται με την πρακτική δράση. Η απάντηση στο ερώτημα του ζητούμενου από τον αναγνώστη δίνεται από το ίδιο το μυθικό όραμα και συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: συστράτευση! Εδώ, η συστράτευση λαμβάνει τη μορφή της επαναστατικής πράξης. Η συμμετοχή στην πρακτική επαναστατική δράση από την πλευρά του προλεταριάτου μεταφράζεται στην προώθηση, βοήθεια και επιτάχυνση του πραγματικού ιστορικού κινήματος το οποίο θα ανατρέψει τον κόσμο.

Επιπλέον, δεδομένου ότι η θεωρία της επανάστασης δεν είναι παρά μόνο η ιδεολογική έκφραση αυτού του κινήματος, η επαναστατική πράξη είναι η συνειδητή πραγμάτωση της θεωρίας. Ο Marx είναι πεπεισμένος ότι όλα τα θεωρητικά προβλήματα συναντούν τη λύση τους στην κοινωνική πράξη· πρόκειται για τη διαλεκτική ενότητα θεωρίας και πράξης, με πηγή της όμως το μυστικισμό και όχι το ρεαλισμό.

Εάν η προβολή ενός εσωτερικού ηθικού δράματος στον εξωτερικό κόσμο αποτελεί την ουσία του μύθου, τότε η πρόσκληση και η εντολή συστράτευσης είναι η απαρχή της τελετουργίας. Αργότερα, η τελετουργική δραστηριότητα μπορεί να καταλήξει να διεξάγεται ως απλή συμβολική αναβίωση των γεγονότων του μυθικού αφηγήματος. Αλλά τα πράγματα δεν ξεκινούν με αυτό τον τρόπο.

Αρχικά, η πρόσκληση για συστράτευση εκφράζει την παθιασμένη ανάγκη που αισθάνεται ο στοχαστής, ώστε να επιταχυνθεί το ξετύλιγμα του δράματος που βιώνει στο μυθικό όραμά του. Η ανάγκη για συμμετοχή σε αυτό το στάδιο είναι επιτακτική και κατηγορηματική. Ο στοχαστής δεν μπορεί να διαπραγματευτεί με τον αναγνώστη του επί τούτου. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να δείξει τον κόσμο γύρω του και να φωνάξει: «μα δεν βλέπετε τι συμβαίνει;» Γνωρίζει ότι ο αναγνώστης που θα δει μέσα από τα μάτια του θα ενεργήσει ανάλογα. Ως εκ τούτου, η μεγαλύτερη ανησυχία του στοχαστή είναι να δουν όλοι τον κόσμο μέσα από τα μάτια του.

Έτσι, ο Marx αντιλαμβάνεται ως ύψιστη αποστολή του να βεβαιωθεί ότι οι δυνάμεις του καλού έχουν ολοκληρωμένη εικόνα για τη φύση, τις συνθήκες και τις προοπτικές της σύγκρουσης, σαφή επίγνωση της απόλυτης διαφθοράς και κατάπτωσης των δυνάμεων του κακού εναντίον των οποίων καλούνται να αγωνιστούν, απόλυτη συνειδητοποίηση της απελπιστικής ανεπάρκειας κάθε συμβιβαστικής λύσης και απονομής δικαιοσύνης μέσω της διαπραγμάτευσης με τις δυνάμεις του κακού, η οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται την οριοθέτηση αμοιβαίων απαιτήσεων και την παύση των εχθροπραξιών.

Επιθυμεί ο καθένας που στέκεται στο πλευρό του να κατανοήσει ότι δεν υπάρχει κανένα υποκατάστατο για την άνευ όρων νίκη των δυνάμεων του καλού και την ολοκληρωτική ήττα των δυνάμεων του κακού.

Όποιος αξιολογεί σοβαρά την ιδέα της απονομής δικαιοσύνης με κάποιο άλλο τρόπο (όπως ο Proudhon για παράδειγμα) βρίσκεται αμέσως στο στόχαστρό του.

Επιθυμεί να τονώσει το ηθικό των δυνάμεων του καλού με απόλυτη πίστη στην τελική νίκη, καταλήγοντας στο Μανιφέστο με ένα μήνυμα προς το προλεταριάτο ότι δεν έχει τίποτα να χάσει πέρα από τις αλυσίδες του, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσει.

Επιθυμεί να οργανώσει και να διευθύνει αυτές τις δυνάμεις, να γίνει ο στρατηγός τους στις συνεχιζόμενες συγκρούσεις και την επικείμενη τελική μάχη· συμμετέχει στην ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών και καταδύεται ο ίδιος στα πρακτικά πολιτικά ζητήματα της παγκόσμιας επανάστασης. Διότι «μονάχα μέσω της πρακτικής και βίαιης δράσης των μαζών μπορούν να επιλυθούν αυτές τις συγκρούσεις». Μόνο με μία μαζική επαναστατική πράξη η οποία μετουσιώνει το ιστορικό παγκόσμιο κίνημα μπορεί ο αυτός ο πόλεμος να κερδηθεί.

Το μυθικό όραμα του Marx μπορεί να πέθανε μαζί του, αλλά τα κείμενά του αντηχούν τη συσπειρωτική κραυγή του για συστράτευση, με κάθε κοινωνικό κίνημα που αντρώνεται στο όνομά του. Το μαρξιστικό ιδεολόγημα της αλλοτρίωσης σημαίνει πολλά πράγματα για πολλούς ανθρώπους. Ορισμένοι από τους οπαδούς του, σε αντίθεση με όλες τις σαφείς τοποθετήσεις του Marx σχετικά με αυτό, αντιλαμβάνονται το ηθικό μήνυμα του ιδεολογήματος να αφορά στη δικαιοσύνη και την αδικία. Άλλοι αντιλαμβάνονται το ίδιο μήνυμα να αφορά στην ελευθερία και τη δουλεία. Τέλος, ορισμένοι διανοούμενοι στη στροφή του 19ου αιώνα διατύπωσαν την άποψη ότι δεν υπάρχει κανένα ηθικό μήνυμα στο σύνολο του έργου του Marx.

Η τελευταία ερμηνεία είναι κατανοητή, εάν λάβουμε υπόψη ότι ο Marx προσέφερε στον κόσμο ένα μύθο με όρους θετικών επιστημών, ιδιαίτερα δε της οικονομικής επιστήμης, με τη συνοδεία των πλέον εμφατικών αποποιήσεων κάθε ηθικής επιδίωξης. Εξ ου και η ειρωνεία και το παράδοξο ότι, μερικά χρόνια μετά το θάνατό του, ο Kautsky στράφηκε στο Δαρβίνο για την αναζήτηση ενός ηθικού μηνύματος που θεώρησε ότι έλειπε από το έργο του δασκάλου του.