Β.3 Συνεχής συγκριτική μέθοδος

Αναλυτικότερα, η συνεχής συγκριτική μέθοδος (constant comparative method) που εφαρμόστηκε αποτελείται από τέσσερα στάδια:

Η εφαρμογή της μεθόδου ξεκίνησε με την κωδικοποίηση κάθε στιγμιοτύπου που εμφανιζόταν στα δεδομένα και την κατάταξή του σε όσο το δυνατό περισσότερες κατηγορίες της ανάλυσης. Κατά την κωδικοποίηση ενός στιγμιοτύπου σε μία κατηγορία, προχωρούσε παράλληλα η σύγκρισή του με προηγούμενα στιγμιότυπα των ιδίων ή διαφορετικών κατηγοριών, προκειμένου να προκύψουν σταδιακά οι ιδιότητες της κάθε κατηγορίας.

Μέσα από τη διαδικασία μεταβολής των συνεχών συγκριτικών μονάδων με τη σύγκριση στιγμιοτύπου με στιγμιότυπο και από τη σύγκριση του κάθε στιγμιοτύπου με τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των κατηγοριών που είχαν προκύψει από τις αρχικές συγκρίσεις των στιγμιοτύπων, ολοκληρώθηκε σταδιακά το σύνολο των κατηγοριών και οι χαρακτηριστικές τους ιδιότητες.

Κατά την οριοθέτηση της θεωρίας, ικανοποιήθηκαν δύο σημαντικές μεθοδολογικές απαιτήσεις της συνεχούς συγκριτικής μεθόδου:

  1. η οικονομία των μεταβλητών και της φραστικής διατύπωσης, και
  2. ο βαθμός επέμβασης στην ικανότητα εφαρμογής της θεωρίας σε μία μεγαλύτερη ποικιλία περιπτώσεων, με την ταυτόχρονη διατήρηση μίας κλειστής αντιστοιχίας θεωρίας και δεδομένων.

Οι απαιτήσεις επιτεύχθηκαν με μία ικανοποιητική μείωση της αρχικής λίστας των κατηγοριών της κωδικοποίησης. Έτσι, η μελλοντική έρευνα μπορεί πλέον να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στη συνεχή σύγκριση των στιγμιοτύπων, που είναι καθαρά εφαρμόσιμα σε αυτό το μικρότερο σύνολο κατηγοριών, για την περαιτέρω ανάπτυξη ή αναίρεση της θεωρίας.

Από τη στιγμή που αποδόθηκε ένας ικανός αριθμός κωδικών στα αποσπάσματα των κειμένων, ακολούθησε η εξαγωγή των αποσπασμάτων από τα αρχικά έγγραφά τους (decontextualisation) και η σύγκρισή τους με άλλα παρόμοια αποσπάσματα, με αποτέλεσμα την ανάδειξη χαρακτηριστικών όρων (terms) των κωδικών. Στη συνέχεια, ορίστηκαν ερωτήματα (queries) για την αναζήτηση των όρων, των συνωνύμων τους, των αντιθέτων τους, αλλά και των σημασιολογικών γειτόνων τους (βλ. Παράρτημα Γ) σε μη κωδικοποιημένα ή επισημειωμένα τμήματα των PDs. Αυτή η επέκταση της κωδικοποίησης οδήγησε στην αναπλαισίωση των κωδικών (recontextualisation) σε ένα διευρυμένο σύνολο αποσπασμάτων.

Μετά την ολοκλήρωση της αναπλαισίωσης, η κατηγορία της αλλοτρίωσης παρουσίασε την απαιτούμενη συχνότητα εμφάνισης και διασύνδεση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, ώστε να αναδειχθεί σε κεντρική κατηγορία. Με την ανάδειξη της κεντρικής κατηγορίας, δόθηκε τέλος στην κωδικοποίηση κάθε πρότασης που δε σχετιζόταν με αυτή, ενώ συνεχίστηκε η κωδικοποίηση της κεντρικής κατηγορίας, με τις άλλες συνδεόμενες κατηγορίες και τις ιδιότητές τους. Η διαδικασία ακολουθήθηκε, με την αύξηση του δείγματος όταν αυτό κρίθηκε απαραίτητο, μέχρι να επιτευχθεί κορεσμός.

Οι εργασίες για τη δόμηση του εννοιολογικού μοντέλου αναφοράς του λόγου των ιδεολογιών και τη διασύνδεση των κωδικών προκειμένου να διαμορφωθεί σταδιακά η θεωρία, υποστηρίχθηκαν στο περιβάλλον Atlas.ti από τις λειτουργίες των εννοιολογικών δικτύων κωδικών (code networks).

Τα δίκτυα αποτελούνται από κόμβους (nodes) και συνδέσμους (links), οι οποίοι με τη σειρά τους αναπαριστούν αποσπάσματα κειμένων, κωδικούς, οικογένειες κωδικών (code families), οικογένειες επισημειώσεων (memo families), PDs, οικογένειες αρχικών εγγράφων (PD families) και συνδυασμούς τους.

Ένας σύνδεσμος μεταξύ δύο κόμβων μπορεί να είναι προσανατολισμένος ή όχι, δυνατός ή αδύνατος. Οι δυνατοί σύνδεσμοι βασίζονται σε εννοιολογικές σχέσεις και συναντώνται μεταξύ δύο κωδικών́ ή μεταξύ δύο αποσπασμάτων. Οι αδύνατοι σύνδεσμοι δεν έχουν ιδιαίτερες ιδιότητες και συναντώνται μεταξύ αποσπασμάτων και κωδικών, μεταξύ κωδικών και επισημειώσεων ή μεταξύ μίας οικογένειας κωδικών και των μελών της.

Ο ρόλος των συνδέσμων και των σχέσεων αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντικός στη δόμηση της θεωρίας. Οι έννοιες που συνδέθηκαν μέσω εννοιολογικών σχέσεων αντιπροσώπευαν μερικές (partial) απόψεις του υπό διερεύνηση ζητήματος. Οι σχέσεις που συνέδεαν αυτές τις κυρίαρχες έννοιες αντιπροσώπευαν ένα αντίστοιχο μέρος (part) της μεθοδολογίας ανάλυσης των φαινομένων εκδήλωσης του ζητήματος. Συνιστούσαν επομένως τις κύριες ερωτήσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη της θεωρίας. Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιες εννοιολογικές σχέσεις ήταν οι is-phenomenon, is-context-of, is-consequence-of, is-condition-for, is-strategy-for, κ.ά.

Πλέον, μέσω του μηχανισμού μεταφοράς θεωρίας (theory transfer) του περιβάλλοντος ATLAS.ti δίνεται η δυνατότητα εξαγωγής των κωδικών και των δικτύων που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της μελέτης, προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθούν και να επεκταθούν.

Συμπληρωματικά, είναι χρήσιμη και η περιήγηση στο τελικό υπερκείμενο (hypertext) της συλλογής, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στο χρήστη να εστιάσει στα επιλεγμένα αποσπάσματα των δεδομένων και τις αντίστοιχες επισημειώσεις τους, ακολουθώντας τη δομή του εννοιολογικού μοντέλου αναφοράς.